Η Έννοια του «Έμφυτου» στην Αρχαία Ελλάδα: Πλάτων, Αριστοτέλης & Στωικοί
Η έννοια του έμφυτου αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες της αρχαιοελληνικής σκέψης. Ετυμολογικά, η λέξη «ἔμφυτος» προέρχεται από την πρόθεση ἐν και το ρήμα φύω (φυτρώνω, γεννιέμαι, αναπτύσσομαι). Δηλώνει αυτό που είναι εγγενές, αυτό που υπάρχει εκ γενετής στη φύση ενός όντος και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της βιολογικής ή πνευματικής του σύστασης.
Ιστορικά και βιβλιογραφικά, ο όρος αντιδιαστέλλεται προς το «ἐπίκτητον» (αυτό που αποκτάται εξωτερικά) ή το «διδακτόν» (αυτό που μαθαίνεται). Στην αρχαία γραμματεία, η έννοια ταξιδεύει από την Ιατρική (ως βιολογική ζωτική δύναμη) έως την Οντολογία και την Ηθική (ως εγγενής γνώση, έρως ή αρετή).
1. Η Ιατρική Παράδοση: Το «Ἔμφυτον Θερμόν»
Η πρώτη και πιο καθοριστική χρήση του όρου συναντάται στην Ιπποκρατική Ιατρική. Εκεί, το «ἔμφυτον θερμόν» (innate heat) ορίζεται ως η πρωταρχική ζωτική δύναμη, η εσωτερική φωτιά που συντηρεί τη ζωή, καθοδηγεί την πέψη (ως φυσική «έψηση» της τροφής) και ελέγχει την ανάπτυξη του οργανισμού.
Ο Ιπποκράτης στους Αφορισμούς του διατυπώνει έναν από τους διασημότερους ιατρικούς κανόνες της αρχαιότητας, συνδέοντας την ανάπτυξη της νεότητας με την υπερεπάρκεια αυτής της έμφυτης θερμότητας:
Ιπποκράτης, Αφορισμοί (Τμήμα 1, Αφορισμός 14): «Τὰ αὐξανόμενα πλεῖστον ἔχει τὸ ἔμφυτον θερμόν· πλείστης οὖν δεῖται τροφῆς· εἰ δὲ μὴ, τὸ σῶμα ἀναλίσκεται. Τοῖσι δὲ γέρουσιν ὀλίγον τὸ θερμόν· διὰ τοῦτο ἄρα ὀλίγων ὑπεκκαυμάτων δέονται·»
(Μετάφραση: Οι οργανισμοί που αναπτύσσονται [οι νέοι] διαθέτουν το περισσότερο έμφυτο θερμό· γι’ αυτό χρειάζονται πάρα πολλή τροφή· ειδάλλως, το σώμα αναλώνεται. Στους γέροντες όμως η θερμότητα είναι λίγη· γι’ αυτό χρειάζονται λίγα καύσιμα [τροφή].)
Ο Γαληνός, αιώνες αργότερα, θα βασίσει ολόκληρη τη φυσιολογία του στο ἔμφυτον θερμόν (το οποίο εδρεύει στην καρδιά) και στο ἔμφυτον πνεῦμα, τα οποία θεωρεί τις θεμελιώδεις αρχές της ζωικότητας.
2. Ο Πλάτων: Ο Έμφυτος Έρως και η Εγγενής Γνώση
Στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, το «έμφυτο» λαμβάνει ψυχολογικές και οντολογικές διαστάσεις. Το πλέον χαρακτηριστικό απόσπασμα εντοπίζεται στο Συμπόσιο, στον περίφημο μύθο του Αριστοφάνη για τα Ανδρόγυνα. Ο Πλάτων εξηγεί τον Έρωτα όχι ως μια επίκτητη επιθυμία, αλλά ως μια βαθιά, έμφυτη ορμή για την αποκατάσταση της αρχέγονης ολότητας του ανθρώπου, η οποία διεκόπη όταν ο Δίας χώρισε τους ανθρώπους στη μέση.
Πλάτων, Συμπόσιον (191d): «Ἔστι δὴ οὖν ἐκ τόσου ὁ ἔρως ἔμφυτος ἀλλήλων τοῖς ἀνθρώποις καὶ τῆς ἀρχαίας φύσεως συναγωγεὺς καὶ ἐπιχειρῶν ποιῆσαι ἓν ἐκ δυοῖν καὶ ἰάσασθαι τὴν φύσιν τὴν ἀνθρωπίνην.»
(Μετάφραση: Από τόσο παλιά λοιπόν είναι ο έρωτας έμφυτος στους ανθρώπους του ενός για τον άλλον, αυτός που συγκεντρώνει τα στοιχεία της αρχαίας μας φύσης και επιχειρεί να κάνει τα δύο ένα και να θεραπεύσει την ανθρώπινη φύση.)
Παράλληλα, αν και ο Πλάτων δεν χρησιμοποιεί πάντα τη λέξη «έμφυτος» στον Μένωνα ή τον Φαίδωνα, η Θεωρία της Ανάμνησης περιγράφει ακριβώς τη διαδικασία της έμφυτης γνώσης (Innate Knowledge). Οι ιδέες δεν διδάσκονται από το μηδέν, αλλά ενυπάρχουν εκ γενετής στην αθάνατη ψυχή («ἐνοῦσαι ἀληθεῖς δόξαι»).
3. Αριστοτέλης: Έμφυτες Τάσεις και Ηθική Προδιάθεση
Ο Αριστοτέλης προσεγγίζει το «έμφυτο» με αυστηρότερο αναλυτικό πνεύμα. Ενώ στα βιολογικά του έργα (Περὶ Νεότητος καὶ Γήρως, Περὶ Ἀναπνοῆς) υιοθετεί την ιατρική έννοια του «συμφύτου» ή «ἐμφύτου θερμοῦ», στο πεδίο της Ηθικής και της Τέχνης επικεντρώνεται στις έμφυτες τάσεις/ορμές.
Στην Ποιητική, εξηγεί τη γέννηση της Τέχνης ως αποτέλεσμα μιας απόλυτα έμφυτης ανθρώπινης τάσης για μίμηση:
Αριστοτέλης, Ποιητική (1448b): «Τό τε γὰρ μιμεῖσθαι σύμφυτον τοῖς ἀνθρώποις ἐκ παίδων ἐστί… καὶ τὸ χαίρειν τοῖς μιμήμασι πάντας.» (Μετάφραση: Διότι το να μιμούνται είναι έμφυτο [σύμφυτο] στους ανθρώπους από την παιδική τους ηλικία… όπως και το ότι όλοι αντλούν χαρά από τα μιμήματα.)
Ωστόσο, στα Ηθικά Νικομάχεια, ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι οι ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτες. Αυτό που είναι έμφυτο είναι μόνο η δυνατότητά μας να τις δεχτούμε. Η αρετή απαιτεί τον εθισμό (συνήθεια).
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια (1103a): «Οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους.» (Μετάφραση: Οι αρετές, συνεπώς, δεν γεννιούνται μέσα μας ούτε εκ φύσεως ούτε παρά φύσιν, αλλά από τη φύση μας έχουμε την έμφυτη ικανότητα να τις δεχθούμε, και τελειοποιούμαστε μέσω της συνήθειας [του εθισμού].)
4. Η Στωική Φιλοσοφία: Οι «Ἔμφυτοι Προλήψεις»
Η απόλυτη κορύφωση της έννοιας του «έμφυτου» στον χώρο της γνωσιολογίας ανήκει στους Στωικούς (Ζήνων, Χρύσιππος). Οι Στωικοί εισάγουν τον όρο «ἔμφυτοι προλήψεις» (innate preconceptions) ή «κοιναὶ ἔννοιαι».
Σύμφωνα με τη στωική βιβλιογραφία (όπως διασώζεται από τον Διογένη Λαέρτιο και τον Πλούταρχο), ο άνθρωπος γεννιέται με έναν νου που είναι σαν άγραφος χάρτης (tabula rasa), ωστόσο η ίδια η λειτουργία του Λόγου, καθώς αναπτύσσεται φυσιολογικά, δημιουργεί αυτομάτως κάποιες έμφυτες ιδέες — καθολικές αλήθειες για το Καλό, το Κακό και το Θείο, οι οποίες δεν χρειάζονται διδασκαλία για να γίνουν αντιληπτές.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων (Βιβλίο Ζ’, 54 – Αναφορά στη Στωική επιστημολογία): «Τῶν δ’ ἐννοιῶν αἱ μὲν φυσικῶς γίνονται κατὰ τοὺς εἰρημένους τρόπους καὶ ἀνεπιτεχνήτως, αἱ δ’ ἤδη δι’ ἡμετέρας διδασκαλίας καὶ ἐπιμελείας· αὗται μὲν οὖν ἔννοιαι καλοῦνται μόνον, ἐκεῖναι δὲ καὶ προλήψεις.» (Μετάφραση: Από τις έννοιες, κάποιες γεννιούνται με φυσικό τρόπο… και χωρίς τέχνη, ενώ άλλες μέσω της δικής μας διδασκαλίας και επιμέλειας. Αυτές λοιπόν οι δεύτερες ονομάζονται απλώς έννοιες, ενώ οι πρώτες [οι φυσικές/έμφυτες] ονομάζονται προλήψεις.)
Αυτή η στωική ιδέα περί «έμφυτων προλήψεων του δικαίου» αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο χτίστηκε αργότερα το Ρωμαϊκό Δίκαιο (Jus Naturale / Φυσικό Δίκαιο).
