Ένας αυτοκράτορας σε εποχή κρίσης
Ο Ιουστινιανός Β΄ ο Ρινότμητος βασίλεψε στα τέλη του 7ου και στις αρχές του 8ου αιώνα μ.Χ., σε μια από τις πιο ασταθείς περιόδους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τότε, το κράτος απειλούνταν σοβαρά από Σλάβους και Άραβες, ενώ οι παλαιοί θεσμοί της αρχαιότητας κατέρρεαν. Παρ’ όλα αυτά, ο αυτοκράτορας επιχείρησε βαθιές τομές. Ενίσχυσε τη διοίκηση, ανανέωσε την ιδεολογία της εξουσίας και τόλμησε να αποτυπώσει για πρώτη φορά τη μορφή του Χριστού στα βυζαντινά νομίσματα.
Σύμφωνα με τον βυζαντινολόγο Δημήτρη Αθανασούλη, ο Ιουστινιανός Β΄ υπήρξε προσωπικότητα καθοριστική. Αντιμετώπισε τα προβλήματα της αυτοκρατορίας σε πολλά επίπεδα και συνέβαλε αποφασιστικά στη μετάβαση από τον ύστερο αρχαίο κόσμο στη μεσαιωνική ανασυγκρότηση. Ωστόσο, οι επιλογές του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις.

Ο ακρωτηριασμός και η «καταδίκη της μνήμης»
Το 695, ο στρατηγός Λεόντιος οργάνωσε πραξικόπημα και καθαίρεσε τον αυτοκράτορα. Για να μην μπορέσει ποτέ ξανά να διεκδικήσει τον θρόνο, τον υπέβαλε σε σκληρό ακρωτηριασμό: του έκοψε τη μύτη και, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, τη γλώσσα, και τον εξόρισε στη Χερσώνα. Από τότε, ο Ιουστινιανός έμεινε γνωστός ως «Ρινότμητος».
Παρά ταύτα, το 705 κατόρθωσε το αδιανόητο. Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και ανέκτησε τον θρόνο, παρά τον ακρωτηριασμό του. Η δεύτερη πτώση του, το 711, υπήρξε οριστική. Ο σφετεριστής Φιλιππικός Βαρδάνης τον αποκεφάλισε, ενώ ακολούθησε κάτι ακόμη πιο βαρύ: η επιβολή της λεγόμενης damnatio memoriae.
Η «καταδίκη της μνήμης» σήμαινε συστηματική διαγραφή κάθε αναφοράς στο όνομά του. Επιγραφές καταστράφηκαν και μνημεία αλλοιώθηκαν. Έτσι, για αιώνες, η ιστορική εικόνα του Ιουστινιανού Β΄ έφτασε σε εμάς αποσπασματική και συχνά εχθρική.

Η Παναγιά Δροσιανή και το χαμένο όνομα
Στη Νάξο, στον ναό της Παναγιάς Δροσιανής –μνημείο του 7ου αιώνα– διασώζεται κτητορική επιγραφή 19 στίχων. Σήμερα διακρίνονται καθαρά μόνο έξι. Οι υπόλοιποι έχουν αποξεσθεί ή αποχρωματιστεί, πιθανότατα στο πλαίσιο της damnatio memoriae.
Ερευνητές είχαν από παλαιότερα υποθέσει ότι στον τρίτο στίχο αναφερόταν το όνομα του Ιουστινιανού Β΄. Το κρίσιμο σημείο, όμως, ήταν έντονα φθαρμένο και δεν επέτρεπε ασφαλή ανάγνωση.
Η νέα ανάγνωση της επιγραφής
Κατά τη μελέτη των πρώιμων βυζαντινών τοιχογραφιών στις Κυκλάδες, ο Δημήτρης Αθανασούλης επέστρεψε στον ναό με την ερευνητική του ομάδα. Η προσέγγιση υπήρξε εξονυχιστική. Καταγράφηκε κάθε ίχνος χρώματος και χάραξης, όσο μικρό κι αν ήταν.
Με τη βοήθεια επαγγελματικής φωτογράφισης και ψηφιακής επεξεργασίας, οι ερευνητές κατάφεραν να αναγνωρίσουν στους στίχους 3 και 4 δύο ονόματα πέρα από κάθε αμφιβολία: του Ιουστινιανού και του γιου του Τιβέριου, ο οποίος το 705 είχε ανακηρυχθεί συναυτοκράτορας σε βρεφική ηλικία.
Έτσι, η επιγραφή αποδίδει την ανέγερση της Παναγιάς Δροσιανής στη δεύτερη βασιλεία του Ιουστινιανού Β΄, από το 705 έως το 711. Οι δύο αυτοκράτορες μνημονεύονται με τιμητικά επίθετα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το σπάνιο «θεοστέπτων».

Ο ρόλος της Εκκλησίας και η Πενθέκτη Σύνοδος
Στην ίδια επιγραφή αναφέρεται και ο Σισίννιος ο Αγιοτάτος. Εάν δεν πρόκειται για άγνωστο επίσκοπο Νάξου, ενδέχεται να ταυτίζεται με τον πάπα Σισίννιο, ελληνικής καταγωγής, που ανήλθε στον παπικό θρόνο το 708.
Η αναφορά αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Ιουστινιανός Β΄ επιδίωξε με συνέπεια την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρώμη. Ήδη από το 692 είχε συγκαλέσει την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, προσπαθώντας να επιλύσει θεολογικές διαφορές και να επιβάλει τους κανόνες της στη Δύση.
Το εικονογραφικό πρόγραμμα της Δροσιανής
Το εσωτερικό του ναού αποτυπώνει ξεκάθαρα αυτή τη θεολογική πολιτική. Στον τρούλο απεικονίζεται δύο φορές ο Παντοκράτορας, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, ώστε να δηλώνονται η θεία και η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Σε άλλο σημείο, ο Χριστός παρουσιάζεται με κοντό γένι και σγουρά μαλλιά, στον συροπαλαιστινιακό τύπο, και όχι με την κλασική, ιδεαλιστική μορφή της αρχαιότητας.
Η εικονογραφία λειτουργεί ως οπτικό θεολογικό επιχείρημα. Με απλό αλλά σαφή τρόπο, αποδίδει τις αποφάσεις των Συνόδων και την πολιτική βούληση του αυτοκράτορα.
Οι Κυκλάδες ως ζώνη άμυνας
Ο Δημήτρης Αθανασούλης εκτιμά ότι και η Εκατονταπυλιανή της Πάρου, η οποία χρονολογείται γύρω στο 700 μ.Χ., συνδέεται με τον Ιουστινιανό Β΄. Τέτοια μνημεία, με μέγεθος και ποιότητα που υπερβαίνουν τις τοπικές ανάγκες, προϋποθέτουν αυτοκρατορική πρωτοβουλία.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται μια ευρύτερη ναοδομική και οχυρωματική δραστηριότητα στις Κυκλάδες. Ο στόχος ήταν σαφής: η ενίσχυση της άμυνας απέναντι στην αραβική επιθετικότητα και η μετατροπή των νησιών σε προκεχωρημένη ζώνη προστασίας της Κωνσταντινούπολης.

Συμπεράσματα
Η κτητορική επιγραφή της Παναγιάς Δροσιανής ανατρέπει την εικόνα ενός αυτοκράτορα καταδικασμένου στη λήθη. Αποκαλύπτει έναν Ιουστινιανό Β΄ που επενδύει συνειδητά στην υλική και πνευματική θωράκιση του Αιγαίου, χτίζοντας εκκλησίες, ενισχύοντας την πίστη και προβάλλοντας τη θεολογική του πολιτική.
Παρά τη damnatio memoriae, το όνομά του επιβίωσε χαραγμένο στον τοίχο ενός ναού της Νάξου. Και μέσα από αυτή την επιγραφή, ο «Ρινότμητος» επιστρέφει όχι ως τύραννος των πηγών, αλλά ως κεντρικός παράγοντας της μετάβασης του Βυζαντίου στον μεσαιωνικό κόσμο.
