Ποσειδών στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία
Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και μυθολογίας αναδεικνύει τον Ποσειδώνα ως μία από τις πλέον πολύπλοκες, αρχέγονες και διττές θεότητες του ολύμπιου πανθέου. Σε αντίθεση με τη σύγχρονη, συχνά απλουστευμένη αντίληψη που τον περιορίζει αυστηρά στον ρόλο του «θεού της θάλασσας», η ενδελεχής εξέταση των πρωτογενών πηγών —αρχαία κείμενα, επιγραφική, αρχαιολογική μαρτυρία και νομισματική— αποκαλύπτει μια θεότητα που εξουσιάζει ταυτόχρονα τα ύδατα, τις τεκτονικές δυνάμεις του πλανήτη, αλλά και την εξημέρωση των ίππων. Η ακαδημαϊκή έρευνα, όπως επισημαίνεται σε σύγχρονες βιβλιογραφικές μελέτες και καταλόγους εκθέσεων (όπως το έργο Poseidon and the Sea: Myth, Cult, and Daily Life υπό την επιμέλεια του S. D. Pevnick), υπογραμμίζει ότι ο Ποσειδών, παρότι θεμελιώδης για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, έχει αποτελέσει αντικείμενο λιγότερων μονογραφιών σε σύγκριση με άλλους Ολύμπιους, ακριβώς λόγω αυτής της πολυδιάστατης και συχνά αντιφατικής φύσης του. Η παρούσα αναλυτική αναφορά αποσκοπεί στην εξαντλητική παρουσίαση της οντολογίας του Ποσειδώνα, συνθέτοντας τα αρχαία κείμενα (τα οποία παρατίθενται αυτούσια), τη μυθολογική παράδοση, την εξέλιξη της λατρείας του σε πανελλήνια ιερά, και την πλούσια εικονογραφία του.
Ετυμολογική Προσέγγιση και Μυκηναϊκές Καταβολές
Η βαθύτερη κατανόηση της φύσης του Ποσειδώνα ξεκινά απαραιτήτως από τη ρίζα του ονόματός του και την κυρίαρχη παρουσία του στον πρωτοελλαδικό και μυκηναϊκό χώρο, πολύ πριν από την αποκρυστάλλωση του κλασικού Δωδεκαθέου.

Η Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή Ρίζα
Η ετυμολογία του ονόματος ανάγεται στην Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή (ΠΙΕ) γλωσσική οικογένεια. Το πρώτο συνθετικό του ονόματος θεωρείται ότι προέρχεται από την ΠΙΕ ρίζα potis, η οποία μεταφράζεται ως «κύριος», «άρχων» ή «πόσις» (σύζυγος). Στην κλητική πτώση, αυτό θα προφερόταν potei («Ω Κύριε»). Το δεύτερο συνθετικό φέρει τη ρίζα da, η οποία έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από τους γλωσσολόγους. Μία κυρίαρχη ερμηνεία τη συνδέει με τη λέξη «Γη» (όπως στο Δημήτηρ/Δα-μήτηρ), καθιστώντας τον Ποσειδώνα «Κύριο της Γης» ή «Σύζυγο της Γης». Μία εναλλακτική ανάγνωση προτείνει ότι η ρίζα da σχετίζεται με μία από τις πρωτο-ινδοευρωπαϊκές ονομασίες για το νερό, αποδίδοντας την έννοια «Κύριος των Ρεόντων Υδάτων». Και οι δύο ερμηνείες επιβεβαιώνονται από τις μετέπειτα ιδιότητές του ως Εννοσίγαιου (σεισείχθονα) και ως θεού του υγρού στοιχείου. Το όνομά του έχει επίσης συνδεθεί ετυμολογικά με αρχαιοελληνικές λέξεις που αφορούν το υγρό στοιχείο, όπως πότος, πόντος και ποταμός. Στον ρωμαϊκό κόσμο, οι ιδιότητές του μεταφέρθηκαν αυτούσιες στη θεότητα Neptunus (Νεπτούνος).
Η Μαρτυρία της Γραμμικής Β’
Κατά την Εποχή του Χαλκού, ο Ποσειδών δεν ήταν απλώς ένα μέλος του πανθέου, αλλά πιθανότατα η υπέρτατη θεότητα σε συγκεκριμένα μυκηναϊκά βασίλεια. Στις πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Β’ γραφής, που έχουν ανακαλυφθεί σε ανακτορικά αρχεία, εντοπίζεται η πρώιμη μορφή του ονόματός του ως Po-se-da-o (𐀡𐀮𐀅𐀃) και Po-se-da-wo-ne (𐀡𐀮𐀅𐀺𐀚). Στα μεγάλα μυκηναϊκά κέντρα της Πύλου και της Θήβας, η συχνότητα αναφοράς του ονόματός του ξεπερνά καταφανώς αυτήν του Διός, υποδηλώνοντας την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του στο αρχαϊκό θρησκευτικό σύστημα.
Ειδικότερα στις πινακίδες της Πύλου, ο θεός αναφέρεται συχνά με τον ηγεμονικό τίτλο wanax (άναξ/βασιλεύς), έναν τίτλο που υποδηλώνει απόλυτη κοσμική και θρησκευτική εξουσία. Σε αρκετές περιπτώσεις, καταγράφεται να λαμβάνει πλούσιες προσφορές (σιτηρά, κρασί, τυρί, μέλι, ζώα) μαζί με «δύο βασίλισσες», οι οποίες αναγράφονται ως wa-no-so-i (wanasoi). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την αρχέγονη, προ-ολύμπια κυριαρχία του, η οποία ενσωμάτωσε προελληνικά (πελασγικά) χθόνια στοιχεία και ινδοευρωπαϊκές ουράνιες δοξασίες σε έναν εξαιρετικά ισχυρό θρησκευτικό συγκρητισμό. Ο ερευνητής W. Burkert έχει προτείνει ότι η σύνδεση του Ποσειδώνα με τα άλογα ενδέχεται να ταυτίζεται ιστορικά με την ίδια την εισαγωγή του ίππου και του πολεμικού άρματος από την Ανατολία στον ελλαδικό χώρο γύρω στο 1600 π.Χ..
Κοσμογονία: Η Γέννηση, η Τιτανομαχία και ο Διαμοιρασμός του Σύμπαντος
Η οντολογική τοποθέτηση του Ποσειδώνα στον αρχαίο ελληνικό κόσμο καθορίζεται από τη συμμετοχή του στα ιδρυτικά κοσμογονικά γεγονότα. Ως μέλος της πρώτης γενιάς των Ολυμπίων, η γέννησή του και η μετέπειτα διεκδίκηση της εξουσίας αποτελούν τον πυρήνα της μυθολογικής του υπόστασης.
Η Γέννηση στη «Θεογονία» του Ησιόδου
Σύμφωνα με την απόλυτη επική και κοσμογονική παράδοση, ο Ποσειδών είναι γιος των Τιτάνων Κρόνου και Ρέας. Το μυθολογικό υπόβαθρο αναφέρει ότι, λόγω μιας προφητείας από τον Ουρανό και τη Γαία που προειδοποιούσε τον Κρόνο ότι θα ανατραπεί από τον ίδιο του τον γιο, ο Τιτάνας κυβερνήτης καταβρόχθιζε τα παιδιά του αμέσως μόλις γεννιούνταν, προσπαθώντας να ματαιώσει το πεπρωμένο.
Η στιγμή της γέννησης της πρώτης ολύμπιας γενιάς περιγράφεται ανάγλυφα στο σπουδαίο αρχαίο κείμενο της Θεογονίας του Ησιόδου (στίχοι 453-460), όπου ο Ποσειδών κατονομάζεται με το χαρακτηριστικό του επίθετο που δηλώνει τη σεισμική του φύση:
«Ῥείη δὲ δμηθεῖσα Κρόνῳ τέκε φαίδιμα τέκνα, Ἱστίην Δήμητρα καὶ Ἥρην χρυσοπέδιλον ἴφθιμόν τ᾽ Ἀίδην, ὃς ὑπὸ χθονὶ δώματα ναίει νηλεὲς ἦτορ ἔχων, καὶ ἐρίκτυπον Ἐννοσίγαιον Ζῆνά τε μητιόεντα, θεῶν πατέρ᾽ ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν, τοῦ καὶ ὑπὸ βροντῆς πελεμίζεται εὐρεῖα χθών. καὶ τοὺς μὲν κατέπινε μέγας Κρόνος, ὥς τις ἕκαστος νηδύος ἐξ ἱερῆς μητρὸς πρὸς γούναθ᾽ ἵκοιτο,»
Απόδοση στη Νέα Ελληνική : «Η Ρέα, αφού υποτάχθηκε στον Κρόνο, γέννησε παιδιά λαμπρά: την Εστία, τη Δήμητρα και τη χρυσοπέδιλη Ήρα, και τον πανίσχυρο Άδη, που κατοικεί σε παλάτια κάτω από τη γη έχοντας ανελέητη καρδιά, και τον κοσμοσειστή (Ποσειδώνα) που βροντά δυνατά, και τον συνετό Δία, τον πατέρα θεών και ανθρώπων, που με τη δική του βροντή τραντάζεται η πλατιά γη. Κι αυτούς ο μέγας Κρόνος τους κατάπινε, καθώς ο καθένας τους έβγαινε από την ιερή κοιλιά της μάνας του στα γόνατά της.»
Το επίθετο «ἐρίκτυπον Ἐννοσίγαιον» (αυτόν που κάνει τη γη να τρέμει με δυνατό κρότο) τονίζει εξαρχής και απερίφραστα τη βαθιά συνδεδεμένη με τον ήχο, τον κρότο και τον σεισμό φύση του θεού, ήδη από τη στιγμή της σύλληψής του στην κοσμογονία. Μόνο ο μικρότερος αδελφός του, ο Ζευς, σώθηκε από τη μοίρα της κατάποσης χάρη στο τέχνασμα της Ρέας. Αργότερα, με τη βοήθεια ενός μαγικού εμετικού φίλτρου που του εξασφάλισε η Ωκεανίδα Μήτις, ο Ζευς ανάγκασε τον Κρόνο να ξεράσει τα αδέλφια του, απελευθερώνοντας έτσι τον Ποσειδώνα και τους υπολοίπους στον κόσμο.
Ωστόσο, στο πλούσιο μωσαϊκό των τοπικών ελληνικών παραδόσεων, εντοπίζονται και εναλλακτικές αφηγήσεις. Μια αρχαία αρκαδική παράδοση υποστηρίζει ότι η Ρέα έκρυψε το βρέφος Ποσειδώνα ανάμεσα σε κοπάδια προβάτων και, για να ξεγελάσει τον Κρόνο, του έδωσε να καταπιεί ένα νεογέννητο πουλάρι, ενισχύοντας περαιτέρω τον θεμελιώδη δεσμό του θεού με το ζωικό είδος του ίππου.
Ο Ρόλος στην Τιτανομαχία
Κατά τη διάρκεια της Τιτανομαχίας, του κοσμικού πολέμου που διήρκεσε δέκα έτη, η συμβολή του Ποσειδώνα αποδείχθηκε καθοριστική για την επικράτηση της νέας τάξης πραγμάτων. Σύμφωνα με τη μυθολογική αφήγηση, αφού ο Ζευς κατέβηκε στα έγκατα του Ταρτάρου, σκότωσε τη φύλακα Κάμπη και ελευθέρωσε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Οι Κύκλωπες, εις ένδειξη αιώνιας ευγνωμοσύνης, σφυρηλάτησαν τα απόλυτα όπλα ισχύος για τους τρεις αδελφούς: τον Κεραυνό για τον Δία, την Κυνέη (κράνος αορατότητας) για τον Άδη, και την περίφημη Τρίαινα για τον Ποσειδώνα. Η τρίαινα, ένα όπλο που οπτικά θυμίζει καμάκι ψαρέματος αλλά στην ουσία του αποτελεί εργαλείο πρόκλησης τεράστιων σεισμών και θαλασσοταραχών, κατέστη το αιώνιο σύμβολο της ισχύος του. Με τη βοήθεια αυτών των όπλων, οι θεοί κατατρόπωσαν τους Τιτάνες και τους φυλάκισαν στα βάθη του Ταρτάρου, εγκαθιδρύοντας την κυριαρχία του Ολύμπου.
Ο Διαμοιρασμός του Κόσμου (Ιλιάδα Ο 187-195)
Μετά την καθυπόταξη των παλαιών θεών, οι τρεις νικητές αδελφοί προχώρησαν στον διαμοιρασμό του σύμπαντος τραβώντας κλήρο. Αυτή η κοσμογονική διευθέτηση, η οποία αντανακλά τις αντιλήψεις της εποχής για τη δικαιοσύνη, την ισορροπία και τα όρια (μοίρα) της εξουσίας κάθε οντότητας, περιγράφεται αυτούσια στα λόγια του ίδιου του Ποσειδώνα. Στη ραψωδία Ο της Ιλιάδας του Ομήρου, όταν ο Ζευς στέλνει την Ίριδα να διατάξει τον Ποσειδώνα να αποχωρήσει από το πεδίο της μάχης, ο θεός της θάλασσας απαντά περήφανα, υπενθυμίζοντας την ισοτιμία του (στ. 187-195):
«Ζεὺς καὶ ἐγώ, τρίτατος δ᾽ Ἀΐδης, ἐνέροισιν ἀνάσσων. τριχθὰ δὲ πάντα δέδασται, ἕκαστος δ᾽ ἔμμορε τιμῆς· ἤτοι ἐγὼν ἔλαχον πολιὴν ἅλα ναιέμεν αἰεὶ παλλομένων, Ἀΐδης δ᾽ ἔλαχε ζόφον ἠερόεντα, Ζεὺς δ᾽ ἔλαχ᾽ οὐρανὸν εὐρὺν ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι· γαῖα δ᾽ ἔτι ξυνὴ πάντων καὶ μακρὸς Ὄλυμπος. τῶ ῥα καὶ οὔ τι Διὸς βέομαι φρεσίν, ἀλλὰ ἕκηλος καὶ κρατερός περ ἐὼν μενέτω τριτάτῃ ἐνὶ μοίρῃ.»
Απόδοση στη Νέα Ελληνική :«Ο Δίας κι εγώ, και τρίτος ο Άδης, που εξουσιάζει τον κάτω κόσμο. Στα τρία μοιράστηκαν τα πάντα, και ο καθένας έλαβε το μερίδιο της τιμής του· εγώ κέρδησα με τον κλήρο να κατοικώ για πάντα στην αφρισμένη θάλασσα, όταν τινάχτηκαν οι κλήροι· ο Άδης πήρε το ζοφερό σκοτάδι, κι ο Δίας έλαχε τον πλατύ ουρανό, μέσα στον αιθέρα και τα σύννεφα. Όμως η γη παραμένει ακόμα κοινή για όλους, όπως και ο ψηλός Όλυμπος. Γι’ αυτό, δεν θα ζήσω σύμφωνα με το θέλημα του Δία· αλλά εκείνος, ας μείνει ήσυχος στο δικό του το ένα τρίτο, όσο ισχυρός κι αν είναι.»
Η φιλολογική και θεολογική ανάλυση αυτού του αποσπάσματος είναι κρίσιμη. Σύμφωνα με το κείμενο, το σύμπαν χωρίστηκε στα τρία (τριχθὰ δὲ πάντα δέδασται) και ο καθένας έλαβε το μερίδιο της τιμής του. Ενώ ο Δίας έλαβε τον απέραντο ουρανό και ο Άδης το ομιχλώδες σκοτάδι του κάτω κόσμου, ο Ποσειδώνας κληρώθηκε (παλλομένων) να κατοικεί για πάντα στη γκρίζα, αφρισμένη θάλασσα (πολιὴν ἅλα ναιέμεν αἰεὶ). Εξαιρετικής σημασίας, ωστόσο, είναι η διευκρίνιση του στίχου 193: η γη (γαῖα) και ο ψηλός Όλυμπος παρέμειναν κοινός τόπος για όλους (ξυνὴ πάντων). Αυτό το χωρίο εξηγεί πλήρως τον λόγο που ο Ποσειδών έχει τόση δικαιοδοσία επί της στεριάς (προκαλώντας σεισμούς ή αναβλύζοντας πηγές): η Γη δεν ανήκει αποκλειστικά στον Δία ή σε κανέναν άλλον. Επομένως, η παρεμβατικότητα του θεού της θάλασσας σε στεριανές υποθέσεις (όπως η διεκδίκηση πόλεων) είναι θεολογικά και κοσμολογικά απολύτως δικαιολογημένη.

Ομηρικοί και Ορφικοί Ύμνοι: Αρχαία Κείμενα και Θεολογική Διάσταση
Η λατρευτική πρακτική της ελληνικής αρχαιότητας μας έχει κληροδοτήσει κορυφαία ποιητικά και λειτουργικά κείμενα τα οποία επικαλούνται τον Ποσειδώνα, δοξάζοντας το τεράστιο εύρος της δικαιοδοσίας του.
Ομηρικός Ύμνος στον Ποσειδώνα (Ύμνος XXII)
Η παλαιότερη συλλογή ύμνων, γνωστή ως «Ομηρικοί Ύμνοι», περιλαμβάνει 33 αφηγηματικά ποιήματα γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο. Ανάμεσά τους, ο 22ος Ύμνος, αφιερωμένος στον Ποσειδώνα, αν και σύντομος σε έκταση (επτά στίχοι), είναι θεολογικά μεστός και αναδεικνύει την επιφορτισμένη με δύο βασικές ευθύνες (διπλή τιμή) φύση του. Παρατίθεται το αρχαίο κείμενο αυτούσιο:
«Ἀμφὶ Ποσειδάωνα μέγαν θεὸν ἄρχομ’ ἀείδειν γαίης κινητῆρα καὶ ἀτρυγέτοιο θαλάσσης πόντιον, ὅσθ’ Ἑλικῶνα καὶ εὐρείας ἔχει Αἰγάς. διχθά τοι Ἐννοσίγαιε θεοὶ τιμὴν ἐδάσαντο ἵππων τε δμητῆρ’ ἔμεναι σωτῆρά τε νηῶν. Χαῖρε Ποσείδαον γαιήοχε κυανοχαῖτα, καὶ μάκαρ εὐμενὲς ἦτορ ἔχων πλώουσιν ἄρηγε.»
Απόδοση στη Νέα Ελληνική :«Για τον Ποσειδώνα, τον μέγα θεό, αρχίζω να τραγουδώ, αυτόν που συγκλονίζει τη γη και την ατρύγητη θάλασσα, τον θεό των βυθών, που ορίζει τον Ελικώνα και τις ευρείες Αιγές. Διπλή τιμή σου όρισαν οι θεοί, Ενοσίγαιε: να είσαι δαμαστής των αλόγων και σωτήρας των πλοίων. Χαίρε, Ποσειδώνα, εσύ που κρατάς τη γη, με τα βαθυγάλαζα μαλλιά, και, ω μακάριε, έχοντας καλόγνωμη καρδιά, βοήθα αυτούς που θαλασσοπορούν.»
Σε αυτό το λειτουργικό κείμενο, ο ποιητής ξεκινά επικαλούμενος τον «μέγα θεό», ο οποίος είναι ταυτόχρονα αυτός που κινεί τη γη (γαίης κινητῆρα) και άρχει στην ατρύγητη (ακαταπόνητη ή άγονη) θάλασσα. Ορίζει ρητά ως κέντρα της απόλυτης κυριαρχίας του τον Ελικώνα (μνεία στην αρχαία ιωνική λατρεία) και τις ευρείες Αίγες. Το πλέον καίριο σημείο του ύμνου είναι ο στίχος 4, ο οποίος ξεκαθαρίζει δογματικά ότι οι θεοί του παραχώρησαν μια διπλή (διχθά) τιμή: να είναι ταυτόχρονα δαμαστής των αλόγων (ἵππων δμητῆρ’) και προστάτης-σωτήρας των πλοίων (σωτῆρά τε νηῶν). Ο ύμνος ολοκληρώνεται με μια επίκληση και ευχή, ζητώντας από τον «μαυρομάλλη» (κυανοχαίτη) και γαιοκράτορα (γαιήοχο) θεό να έχει αγαθή πρόθεση (ευμενές ήτορ) και να βοηθά τους ναυτικούς στα ταξίδια τους.
Ορφικός Ύμνος Ποσειδώνος (Ύμνος 17)
Σε μεταγενέστερο, αλλά εξίσου σημαντικό λειτουργικό πλαίσιο, τα Ορφικά μυστήρια, που διακρίνονταν για τον έντονο μυστικισμό και την εσωτερικότητά τους, μας διασώζουν έναν ύμνο (τον 17ο) ειδικά προσαρμοσμένο στην τελετουργική επίκληση του θεού, η οποία γινόταν πάντοτε με συνοδεία καύσης θυμιάματος από σμύρνα. Το πρωτότυπο κείμενο αναφέρει:
«Κλῦθι, Ποσείδαον γαιήοχε, κυανοχαῖτα, ἵππιε, χαλκοτόρευτον ἔχων χείρεσσι τρίαιναν, ὃς ναίεις πόντοιο βαθυστέρνοιο θέμεθλα, ποντομέδων, ἁλίδουπε, βαρύκτυπε, ἐννοσίγαιε, κυμοθαλής, χαριδῶτα, τετράορον ἅρμα διώκων, εἰναλίοις ῥοίζοισι τινάσσων ἁλμυρὸν ὕδωρ, ὃς τριτάτης ἔλαχες μοίρης βαθὺ χεῦμα θαλάσσης, κύμασι τερπόμενος θηρσίν θ’ ἅμα, πόντιε δαῖμον∙ ἕδρανα γῆς σώζοις καὶ νηῶν εὔδρομον ὁρμήν, εἰρήνην, ὑγίειαν ἄγων ἠδ’ ὄλβον ἀμεμφῆ.»
Απόδοση στη Νέα Ελληνική «Άκουσε, Ποσειδώνα, εσύ που κρατάς τη γη, με τα βαθυγάλαζα μαλλιά,
προστάτη των αλόγων, που κρατάς στα χέρια σου τη χαλκοδουλεμένη τρίαινα·
εσύ που κατοικείς στα θεμέλια της βαθύκορμης θάλασσας,
άρχοντα του πόντου, που αντηχείς στα κύματα, βαρύκτυπε, κοσμοσειστή·
εσύ που ανθίζεις μες στα κύματα, που χαρίζεις χαρές, που οδηγείς το τέθριππο άρμα
και ταράζεις το αλμυρό νερό με θαλασσινά βουητά·
εσύ που έλαβες ως κλήρο το βαθύ ρεύμα της θάλασσας, το τρίτο μερίδιο του κόσμου,
και χαίρεσαι με τα κύματα και μαζί με τα θαλάσσια θεριά, θεέ του πόντου·
φύλαξε τα θεμέλια της γης και το καλόταξιδιο ξεκίνημα των πλοίων,
φέρνοντας ειρήνη, υγεία και αψεγάδιαστη ευημερία.»
Ο ύμνος αυτός λειτουργεί ως μια ενδελεχής και ρυθμική δοξολογία των επιθέτων του θεού, αποτελώντας ένα θεολογικό κλειδί για την κατανόηση της λατρείας του. Όπως αναλύει διεξοδικά ο στωικός φιλόσοφος Λεύκιος Ανναίος Κορνούτος στο έργο του «Περί θεών φύσεως» (όπως επισημαίνεται στη σχετική βιβλιογραφία), η ονοματολογία του Ποσειδώνα κρύβει βαθιές φυσικές παρατηρήσεις των αρχαίων Ελλήνων. Ο θεός ονομάζεται «Φυτάλιος» διότι ελέγχει τα ύδατα και την υγρασία της γης που θρέφουν τα φυτά. Ονομάζεται «Ενοσίγαιος», «Σεισίχθων» και «Τινάκτωρ Γαίας» (βαρύκτυπε, εννοσίγαιε στον ύμνο) επειδή οι αρχαίοι πίστευαν ακράδαντα ότι οι σεισμοί προκαλούνταν από την ορμητική εισχώρηση του θαλασσινού νερού και του αέρα στις υπόγειες τεκτονικές σήραγγες και κοιλότητες της γης.
Επιπρόσθετα, τα επίθετα «Θεμελιούχος» και «Ασφάλειος» (αυτός που παρέχει ασφάλεια) χρησιμοποιούνταν από τους αρχαίους σε ευχαριστήριες θυσίες που γίνονταν για να παραμείνουν όρθια τα κτίρια και να μην καταρρεύσουν τα θεμέλια ύστερα από ισχυρούς σεισμούς. Στον ορφικό ύμνο, ο θεός περιγράφεται επίσης να κρατά στα χέρια του την περίτεχνη, χάλκινη τρίαινα (χαλκοτόρευτον τρίαιναν) και να οδηγεί με ταχύτητα άρμα που σέρνουν τέσσερα άλογα (τετράορον ἅρμα διώκων), προκαλώντας τον χαρακτηριστικό βουερό ήχο της θάλασσας (ἁλίδουπε).

Μυθολογικές Συγκρούσεις: Από τον Όλυμπο ως την Τροία και την Ιθάκη
Η ανυπολόγιστη ισχύς και η συχνά κυκλοθυμική, εκρηκτική φύση του Ποσειδώνα τον έφεραν πολλές φορές σε ευθεία ρήξη με άλλους θεούς του Ολύμπου, διεκδικώντας την κυριαρχία και την πατρωνία σημαντικών πόλεων, αλλά και σε σύγκρουση με θνητούς ήρωες. Αυτές οι έριδες στην ουσία απεικονίζουν συμβολικά τις γεωλογικές μεταβολές και τις πολιτισμικές-θρησκευτικές συγκρούσεις του αρχαίου κόσμου.
Η Έριδα με την Αθηνά για την Αθήνα
Ο διασημότερος ίσως μύθος ανταγωνισμού είναι η διεκδίκηση της πατρωνίας των Αθηνών από την ανιψιά του, τη θεά Αθηνά. Το μνημειώδες αυτό γεγονός αποτέλεσε το κεντρικό θέμα του γλυπτού διακόσμου του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα. Στο έργο του «Ελλάδος Περιήγησις», ο Παυσανίας (Αττικά 1.24.5) διασώζει την ιστορική περιγραφή αυτού του αριστουργήματος:
«…ἐν τοῖς καλουμένοις ἀετοῖς κεῖται… τὰ δὲ ὄπισθεν ἡ Ποσειδῶνος πρὸς Ἀθηνᾶν ἐστιν ἔρις ὑπὲρ τῆς γῆς.»
«…βρίσκονται τοποθετημένα στα λεγόμενα αετώματα… στο πίσω μέρος (δηλαδή στο δυτικό αέτωμα) παριστάνεται η φιλονικία του Ποσειδώνα με την Αθηνά για την κυριαρχία της γης (της Αττικής).»
Σε άλλο σημείο (Αττικά 1.24.3), αναφερόμενος σε σχετικό αγαλματικό σύνταγμα εντός της Ακρόπολης, γράφει: «πεποίηται δὲ καὶ τὸ φυτὸν τῆς ἐλαίας Ἀθηνᾶ καὶ κῦμα ἀναφαίνων Ποσειδῶν.»
«Έχει φιλοτεχνηθεί επίσης η Αθηνά (που αναδεικνύει) το φυτό της ελιάς, και ο Ποσειδώνας που κάνει να αναβλύζει ένα κύμα (θαλασσινού νερού).»
Ο Ψευδο-Απολλόδωρος στη Βιβλιοθήκη (3.14.1) δίνει το πλήρες και δομημένο αφήγημα. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του μυθικού πρώτου βασιλιά Κέκροπα (ενός αυτόχθονος πλάσματος, μισού ανθρώπου και μισού φιδιού), οι θεοί αποφάσισαν να επιλέξουν πόλεις στις οποίες θα λατρεύονταν ως κύριοι προστάτες. Ο Ποσειδών έφτασε πρώτος στην Ακρόπολη, χτύπησε τον βράχο με την πανίσχυρη τρίαινα του και δημιούργησε μια πηγή με αλμυρό νερό (τη λεγόμενη «θάλασσα» του Ερεχθείου, όπου οι αρχαίοι πίστευαν ότι άκουγαν τον ήχο των κυμάτων). Σε άλλες, μεταγενέστερες εκδοχές, προσέφερε το πρώτο πολεμικό άλογο, σύμβολο της στρατιωτικής υπεροχής.
Η Αθηνά, ωστόσο, κατέφθασε στη συνέχεια και φύτεψε δίπλα το πρώτο ελαιόδεντρο. Ως κριτές της διαμάχης ορίστηκαν είτε οι υπόλοιποι 12 θεοί του Ολύμπου, είτε ο ίδιος ο βασιλιάς Κέκροπας, οι οποίοι έδωσαν τελικά τη νίκη στην Αθηνά, κρίνοντας το δώρο της πιο ειρηνικό, μόνιμο και ωφέλιμο για την επιβίωση των πολιτών. Εξοργισμένος από την ταπεινωτική ήττα του, ο Ποσειδών τιμώρησε την Αττική, επιδεικνύοντας την καταστροφική και τυφλή οργή της φύσης: έστειλε είτε έναν σαρωτικό κατακλυσμό και τεράστια κύματα που έπνιξαν το Θριάσιο Πεδίο, είτε μια άνευ προηγουμένου ξηρασία, στερεύοντας τα ποτάμια.
Αυτός δεν ήταν ο μόνος αγώνας που έχασε ο θεός. Παρόμοια ήττα υπέστη και στο Άργος από την Ήρα (οδηγώντας στην αποξήρανση των αργολικών ποταμών), στην Κόρινθο από τον Ήλιο, στην Αίγινα από τον Δία και στη Νάξο από τον Διόνυσο. Η ερμηνεία αυτών των μυθολογικών ηττών συνήθως αντανακλά την ιστορική μετάβαση των ελληνικών πόλεων-κρατών από μια παλαιότερη, αριστοκρατική-ιππική λατρεία (Ποσειδών) σε νεότερες πολιτειακές και αγροτικές θεότητες (Αθηνά, Ήρα).
Η Τροία, το Κήτος και η Οδύσσεια
Μία από τις πλέον μνημειώδεις τιμωρίες που υπέστη ο Ποσειδών, οδήγησε στο χτίσιμο των τειχών της Τροίας. Μαζί με τον Απόλλωνα, ο Ποσειδών καταδικάστηκε (ύστερα από μια αποτυχημένη συνωμοσία εναντίον του Διός, με τη συνδρομή της Ήρας) να υπηρετήσει για ένα έτος έναν θνητό. Υπηρέτησαν τον βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα, χτίζοντας με θεϊκή τέχνη τα αδιαπέραστα τείχη της πόλης. Όταν, όμως, ο Λαομέδων αρνήθηκε αλαζονικά να τους πληρώσει τον συμφωνημένο μισθό μετά το πέρας των εργασιών, ο Ποσειδών, επιβεβαιώνοντας την αδυσώπητη και μνησίκακη πλευρά του, έστειλε ένα τρομερό θαλάσσιο τέρας, το Κήτος Αιθιόπιον, για να καταστρέψει και να ρημάξει τα παράλια της χώρας. Εξαιτίας αυτής της προδοσίας, κατά τη διάρκεια του μετέπειτα Τρωικού Πολέμου, ο Ποσειδών υπήρξε σταθερά και φανατικά σύμμαχος των Αχαιών, συνδράμοντας στην πτώση της πόλης.
Η πλέον γνωστή αντιπαράθεση του Ποσειδώνα με θνητό, η οποία διαμόρφωσε έναν ολόκληρο επικό κύκλο, καταγράφεται στην Οδύσσεια. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας, κατά την επιστροφή του στην Ιθάκη, παγιδεύτηκε στη σπηλιά του Κύκλωπα Πολύφημου. Ο Πολύφημος ήταν γιος του Ποσειδώνα (τον οποίο απέκτησε με τη θαλάσσια νύμφη Θόωσα, κόρη του Φόρκυνα ). Προκειμένου να διαφύγει, ο Οδυσσέας τύφλωσε τον γίγαντα με ένα πυρωμένο παλούκι ελιάς. Καθώς ο Οδυσσέας διέφευγε με το πλοίο του και, διαπράττοντας το σφάλμα της ύβρεως, αποκάλυψε το πραγματικό του όνομα, ο τυφλωμένος Πολύφημος σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και καταράστηκε τον ήρωα.
Η δραματική αυτή κατάρα, που πυροδότησε το μένος του θεού της θάλασσας, διασώζεται στο αρχαίο κείμενο της Οδύσσειας (Ραψωδία ι, στ. 526-535). Το αποκορύφωμα της προσευχής (στ. 528-535) αναφέρει:
«…Κλῦθι, Ποσείδαον γαιήοχε, κυανοχαῖτα, εἰ ετεόν γε σός εἰμι, πατὴρ δ’ ἐμὸς εὔχεαι εἶναι, δὸς μὴ Ὀδυσσῆα πτολίπορθον οἴκαδ’ ἱκέσθαι…» (Άκουσε με Ποσειδώνα γαιοκράτορα, γαλαζομάλλη, / αν στ’ αλήθεια είμαι δικός σου και καυχιέσαι πως είσαι πατέρας μου, / δώσε ο πορθητής της πόλης Οδυσσέας να μη φτάσει ποτέ στο σπίτι του). Η κατάρα προέβλεπε πώς, αν ήταν απολύτως μοιραίο να γυρίσει, να γυρίσει αργά, έχοντας χάσει όλους τους συντρόφους του, με ξένο πλοίο, και να βρει ολέθριες συμφορές στο παλάτι του. Ο Ποσειδών, ως εκδικητικός πατέρας, εισάκουσε αμέσως την ικεσία («Σαν είπε τούτα, ο Γαλαζόχαιτος τον άκουσε που ευκήθη») και εξαπέλυσε τρομερές καταιγίδες, τρικυμίες και ναυάγια καθ’ όλη τη διάρκεια του Νόστου του ήρωα, καθυστερώντας την επιστροφή του κατά δέκα επιπλέον χρόνια.
Η Γιγαντομαχία και η Δημιουργία της Νισύρου
Μία ακόμη καθοριστική στιγμή πολεμικής δράσης του θεού εκτυλίχθηκε κατά τη Γιγαντομαχία, τον πόλεμο δηλαδή των θεών εναντίον των Γιγάντων (παιδιών της Γαίας). Ο Ποσειδώνας ανέλαβε να εξολοθρεύσει τον γίγαντα Πολυβώτη. Τον κυνήγησε αδυσώπητα διαμέσου της θάλασσας, έως ότου έφτασαν στο νησί της Κω. Εκεί, ο θεός, χρησιμοποιώντας την κολοσσιαία δύναμη της τρίαινας του, απέσπασε ένα τεράστιο κομμάτι βράχου από το νησί και το εκσφενδόνισε εναντίον του γίγαντα. Ο τεράστιος βράχος καταπλάκωσε τον Πολυβώτη και τον έθαψε για πάντα στη θάλασσα. Αυτός ο αποκομμένος βράχος, σύμφωνα με τον μύθο αλλά και αρχαίους γεωγράφους όπως ο Στράβων, αποτέλεσε το νέο ηφαιστειογενές νησί της Νισύρου. Αυτό το μυθολογικό επεισόδιο ενσωματώθηκε βαθιά στην ελληνική τέχνη και απεικονίστηκε ευρέως στην αττική ερυθρόμορφη αγγειογραφία.

Ερωτικές Ενώσεις, Σύζυγοι και Γενεαλογία
Σε αντιστοιχία με τον αδελφός του Δία, ο Ποσειδών είχε πολυάριθμες ερωτικές ενώσεις με θεές, νύμφες του νερού και θνητές γυναίκες. Οι απόγονοι αυτών των ενώσεων υπήρξαν ιδρυτές σημαντικών βασιλικών οίκων της αρχαιότητας, διαβόητα τέρατα, αλλά και εμβληματικοί ήρωες. Αυτή η πληθώρα συγγενειών υποδεικνύει την έντονη επιθυμία διαφόρων αρχαίων βασιλικών οίκων (όπως αυτοί της Θεσσαλίας, της Βοιωτίας και της Μεσσηνίας) να αναγάγουν την καταγωγή τους σε μια θεότητα τόσο αρχέγονη και ισχυρή, νομιμοποιώντας έτσι την πολιτική τους εξουσία.
| Κατηγορία Ενώσεων | Σύζυγος/Ερωμένη | Απόγονοι | Πηγές / Σχόλια |
| Θεϊκές Ενώσεις | Αμφιτρίτη (Νηρηίδα) | Τρίτωνας, Ρόδη, Βενθεσικύμη | Η επίσημη σύζυγος, βασίλισσα του βυθού. |
| Δήμητρα (σε μορφή αλόγων) | Θεά Δέσποινα, Αθάνατο άλογο Αρίων | Αρκαδικός θηριομορφικός μύθος. | |
| Γαία (η ίδια η Γη) | Γίγαντας Ανταίος (Λιβύη), Χάρυβδις | Πλάσματα συνυφασμένα με την ξηρά και τις ρουφήχτρες. | |
| Τέρατα / Νύμφες | Μέδουσα (Γοργόνα) | Πήγασος (φτερωτό άλογο), Γίγαντας Χρυσάωρ | Γεννήθηκαν από τον αποκεφαλισμό της. |
| Θόωσα (Νύμφη) | Κύκλωπας Πολύφημος | Γίγαντας της Σικελίας. | |
| Κλεϊτώ (Θνητή/Νύμφη) | Βασιλείς της Ατλαντίδας (Άτλας κ.ά.) | Ιδρυτικός μύθος της Ατλαντίδας (Πλάτων). | |
| Θνητοί Ήρωες | Τυρώ (κόρη του Σαλμωνέα) | Πελίας, Νηλέας | Ιδρυτές των δυναστειών σε Θεσσαλία/Μεσσηνία. |
| Αίθρα (κόρη του Πιτθέα) | Θησέας | Ο επιφανέστερος ήρωας και συνοικιστής της Αθήνας. |
Για τον Τρίτωνα, το σημαντικότερο θεϊκό τέκνο της επίσημης συζύγου του, η Θεογονία του Ησιόδου αφιερώνει ένα χαρακτηριστικό χωρίο (στ. 930-933), επιβεβαιώνοντας τη χρυσή υποθαλάσσια επικράτειά τους:
«ἐκ δ᾽ Ἀμφιτρίτης καὶ ἐρικτύπου Ἐννοσιγαίου Τρίτων εὐρυβίης γένετο μέγας, ὅς τε θαλάσσης πυθμέν᾽ ἔχων παρὰ μητρὶ φίλῃ καὶ πατρὶ ἄνακτι ναίει χρύσεα δῶ, δεινὸς θεός.» (Από την Αμφιτρίτη και τον βαρύχτυπο Εννοσίγαιο [Ποσειδώνα] γεννήθηκε ο μέγας Τρίτων, που κατοικεί στον πυθμένα της θάλασσας στα χρυσά δώματα μαζί με τη μητέρα του και τον βασιλιά πατέρα του, ένας τρομερός θεός).
Ιδιαίτερη ερμηνευτική και θεολογική αξία κατέχει η ένωσή του με τη θεά Δήμητρα (Ερινύα) στην περιοχή της Αρκαδίας (Τέλπουσα). Καθώς η θεά προσπαθούσε απεγνωσμένα να αποφύγει τις ορμές του, κρύφτηκε ανάμεσα στα κοπάδια του Όγκιου μεταμορφωμένη σε φοράδα. Ο Ποσειδών όμως δεν ξεγελάστηκε: μεταμορφώθηκε με τη σειρά του σε έναν δυνατό επιβήτορα (άλογο) και ενώθηκε μαζί της. Από αυτή τη βίαιη ένωση γεννήθηκε η μυστηριακή θεά Δέσποινα (το πραγματικό όνομα της οποίας γνώριζαν μόνο οι μυημένοι) και ο Αρίων, ένα αθάνατο και ταχύτατο άλογο ικανό να μιλάει με ανθρώπινη φωνή. Αυτή η ζωομορφική (theriomorphic) λατρεία επιβεβαιώνει τα στενά δεσμά του Ποσειδώνα με τον ίππο, καταγράφοντας την επιβίωση μιας πανάρχαιας ανιμιστικής θρησκείας και επιβεβαιώνοντας τον τίτλο του ως «Ποσειδών Ίππιος».
Γεωγραφία της Λατρείας: Πανελλήνια Ιερά και Αρχαιολογική Μαρτυρία
Η λατρεία του Ποσειδώνα διασκορπίστηκε σε όλο το μήκος και πλάτος του αρχαίου ελληνικού κόσμου (από τη Σικελία και την Κάτω Ιταλία μέχρι τις ακτές της Μικράς Ασίας). Ωστόσο, τρία συγκεκριμένα ιερά διακρίθηκαν για τη συγκλονιστική τους αίγλη, τον πολιτικό τους αντίκτυπο και τον πλούτο των ευρημάτων τους. Σε αυτές τις περιοχές, αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν αποκαλύψει δεδομένα που επαληθεύουν και εμπλουτίζουν τα αρχαία κείμενα.
Η Ελίκη και το Πανιώνιον (Η Λατρεία του Ελικώνιου Ποσειδώνα)
Η Ελίκη, η αρχαία πρωτεύουσα της Αχαΐας, υπήρξε αναμφισβήτητα το αρχαιότερο, ιερότερο και πιο σεβαστό πανελλήνιο κέντρο λατρείας του Ελικώνιου Ποσειδώνα, ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή. Στην Ιλιάδα (8.201-204) αναφέρεται μάλιστα χαρακτηριστικά ότι οι Αχαιοί έφερναν αμέτρητα και πολύτιμα αφιερώματα στο ιερό του στην Ελίκη. Όταν, στα τέλη της Μυκηναϊκής περιόδου, οι Ίωνες εκδιώχθηκαν από την περιοχή από τους Αχαιούς, μετανάστευσαν στις απέναντι ακτές της Μικράς Ασίας. Εκεί, θέλοντας να διατηρήσουν την ιερή πατρογονική τους κληρονομιά, μετέφεραν αυτή τη λατρεία ιδρύοντας το Πανιώνιον στις βόρειες πλαγιές του όρους Μυκάλη (απέναντι από τη Σάμο, νότια της Σμύρνης). Το ιερό αυτό βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ιωνικής πόλης της Πριήνης, οι κάτοικοι της οποίας ήταν επιφορτισμένοι με την τέλεση των τελετουργικών. Στο Πανιώνιον τελούνταν τα Πανιώνια, μια πανηγυρική γιορτή και συνέλευση του Κοινού των Ιώνων. Οι τελετουργίες περιλάμβαναν θυσίες ταύρων: σύμφωνα με την παράδοση, κατά τη διάρκεια της θυσίας, αν ο ταύρος μούγκριζε δυνατά (ένας ήχος που θύμιζε την υπόκωφη βοή του σεισμού), θεωρείτο άριστος οιωνός και σημάδι αποδοχής της θυσίας από τον Εννοσίγαιο θεό.
Πίσω στην Πελοπόννησο, η μητρόπολη της Ελίκης χτυπήθηκε από το ίδιο το όπλο του προστάτη της. Τον χειμώνα του 373 π.Χ., η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς από έναν τρομακτικό σεισμό και ένα μετέπειτα σαρωτικό τσουνάμι (κατακλυσμιαίο κύμα), το οποίο βύθισε ολόκληρη την πόλη και το ιερό του Ποσειδώνα στα σκοτεινά νερά του Κορινθιακού κόλπου. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, η καταστροφή επήλθε ως θεϊκή τιμωρία, επειδή οι κάτοικοι είχαν διαπράξει ιεροσυλία δολοφονώντας Ίωνες ικέτες μέσα στο ίδιο το ιερό. Για αιώνες αργότερα, Ρωμαίοι τουρίστες περιηγούνταν με βάρκες στην περιοχή για να θαυμάσουν τα βυθισμένα αγάλματα (όπως αναφέρουν οι Ερατοσθένης, Σενέκας, Παυσανίας). Η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα (υπό τους Ντ. Κατσωνοπούλου και S. Soter το 2001) έφερε επιτέλους στο φως τα θαμμένα ερείπια. Αποκαλύφθηκε, πέραν της κλασικής πόλης, ένα αψιδωτό ιερό γεωμετρικών χρόνων (710-700 π.Χ.) και ένας πλίνθινος βωμός. Βρέθηκαν εκατοντάδες χάλκινα και πήλινα αναθήματα —μεταξύ των οποίων τροχοί αρμάτων, χάλκινες κεφαλές φιδιών και χρυσά περιδέραια— καταδεικνύοντας τον αμύθητο πλούτο και την απρόσκοπτη λειτουργία του ιερού από τον 9ο αιώνα π.Χ..
Το Ιερό στα Ίσθμια και οι Πανελλήνιοι Αγώνες
Στον Ισθμό της Κορίνθου, μια στενή λωρίδα γης που αποτελούσε το στρατηγικό σημείο μετάβασης μεταξύ Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδας, με λιμάνια και στις δύο πλευρές (Λέχαιο και Κεγχρεές), ιδρύθηκε το μνημειώδες ιερό του Ποσειδώνα και ο φημισμένος θεσμός των Ισθμιακών Αγώνων. Λόγω του ενεργού ρήγματος της περιοχής, ο ρόλος του Ποσειδώνα ως «Γαιήοχου» (προστάτη από τους σεισμούς) ήταν εξαιρετικά επίκαιρος. Αρχικά, οι αγώνες καθιερώθηκαν από τον μυθικό βασιλιά Σίσυφο ως επιτάφιοι αγώνες για τον νεκρό ανεψιό του Μελικέρτη (τον μετέπειτα θεοποιημένο Παλαίμονα), το σώμα του οποίου έφερε ένα δελφίνι στις ακτές του Ισθμού. Αργότερα, ο Αθηναίος ήρωας Θησέας επέκτεινε δραστικά τους αγώνες, αναβαθμίζοντάς τους από μια τοπική νυχτερινή τελετή σε ένα αθλητικό υπερθέαμα πανελλήνιας εμβέλειας, αφιερώνοντάς τους στον Ποσειδώνα ώστε να ανταγωνιστούν ισάξια τους Ολυμπιακούς (που είχαν ιδρυθεί από τον Ηρακλή).
Διεξάγονταν κάθε δύο χρόνια (την άνοιξη, κατά τη δεύτερη και τέταρτη χρονιά κάθε Ολυμπιάδας). Το έπαθλο για τον νικητή ήταν αρχικά ένα ταπεινό στεφάνι από ξηρό άγριο σέλινο και αργότερα, στα ρωμαϊκά χρόνια, αντικαταστάθηκε από στεφάνι πεύκου (καθώς το πεύκο ήταν το ιερό δέντρο του θεού). Οι ενδελεχείς αρχαιολογικές ανασκαφές του Oscar Broneer που ξεκίνησαν το 1952, έφεραν στο φως τις εγκαταστάσεις. Αποκαλύφθηκε ο αρχαϊκός ναός (περ. 700-690 π.Χ.) με ξύλινο δωρικό περίστυλο, καθώς και ο μεταγενέστερος κλασικός ναός (465 π.Χ.). Εντυπωσιακός είναι ο Βωμός του Ποσειδώνα, μήκους σχεδόν 40 μέτρων, ο οποίος σχεδιάστηκε σε αυτό το τεράστιο μέγεθος προκειμένου να φιλοξενεί τις περίφημες «εκατόμβες» (η ταυτόχρονη σφαγή και θυσία 100 βοοειδών). Σε μικρή απόσταση βρέθηκε και το ρωμαϊκό κυκλικό Παλαίμονιον, κάτω από το οποίο εντοπίστηκε μια σκοτεινή υπόγεια κρύπτη-σήραγγα. Σύμφωνα με τα ευρήματα και τις πηγές, εκεί οι συμμετέχοντες αθλητές έδιναν τον ιερό και απαράβατο όρκο τους απέναντι στους θεούς για τίμιο αγώνα χωρίς δόλο.
Ο Ναός του Σουνίου
Στο νοτιοανατολικό άκρο της Αττικής, το ακρωτήριο Σούνιο, πάνω σε έναν απόκρημνο βράχο, χτίστηκε το μεγαλοπρεπές ιερό του Ποσειδώνα. Η τοποθεσία αυτή ήταν το τελευταίο ορατό σημείο ξηράς και ταυτόχρονα το πρώτο καταφύγιο για τους ναυτικούς που πλησίαζαν τον Πειραιά ή ταξίδευαν στο Αιγαίο. Μολονότι η περιοχή φιλοξενούσε συστηματική λατρεία από τον 7ο αιώνα π.Χ. (γεγονός που μαρτυρούν οι κολοσσιαίοι μαρμάρινοι κούροι που εντοπίστηκαν θαμμένοι σε αποθέτες), ο πρώτος μνημειώδης πώρινος ναός καταστράφηκε από τα περσικά στρατεύματα του Ξέρξη το 480 π.Χ., πριν καν ολοκληρωθεί.
Ο ναός ανακατασκευάστηκε μεγαλειωδώς από κατάλευκο τοπικό μάρμαρο γύρω στο 444 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Χρυσού Αιώνα του Περικλή (περίπου ταυτόχρονα με τον Παρθενώνα). Η κίνηση αυτή επιβεβαίωνε συμβολικά αλλά και έμπρακτα τη μόνιμη σύνδεση του Αθηναϊκού ιμπεριαλισμού —ο οποίος βασιζόταν απολύτως στην κυριαρχία του πολεμικού του ναυτικού— με τον απόλυτο θεό της θάλασσας. Στο εσωτερικό του ναού δέσποζε ένα τεράστιο, επιβλητικό άγαλμα του Ποσειδώνα, ύψους άνω των 6 μέτρων, ενώ ολόκληρο το συγκρότημα περιβλήθηκε από ισχυρό οχυρωματικό τείχος μήκους 500 μέτρων με προστατευτικούς πύργους.

Η Εικονογραφία του Ποσειδώνα: Γλυπτική, Κεραμική, Νομισματική
Ο Ποσειδώνας απεικονίζεται σταθερά στην ελληνική τέχνη ως ένας ώριμος, επιβλητικός, μυώδης και σωματώδης άνδρας με πυκνή γενειάδα και πλούσια κόμη (ο «κυανοχαίτης»), ενδυματολογικά τυλιγμένος σε έναν χαλαρό μανδύα (χιτώνας ή ιμάτιο) ή εντελώς γυμνός (ειδικά όταν απεικονίζεται σε δυναμικές σκηνές μάχης ή σε νομίσματα). Η εικονογραφική του μελέτη απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στα σύμβολα που τον συνοδεύουν.
Σύμβολα και Χαρακτηριστικά (Πίνακας)
Προκειμένου να αποκωδικοποιηθεί η παρουσία του στα αρχαιολογικά ευρήματα, η τέχνη έχει χρησιμοποιήσει ένα αυστηρό εικονογραφικό αλφάβητο:
| Σύμβολο | Σημασιολογία / Χρήση στην Τέχνη | Πηγές |
| Τρίαινα | Το απόλυτο και αδιαμφισβήτητο σύμβολο ισχύος. Σφυρηλατημένη από τους Κύκλωπες, αποτελεί το εργαλείο με το οποίο δημιουργεί σεισμούς, αναβλύζει πηγές ή καταστρέφει εχθρούς. | |
| Άρμα με Ιππόκαμπους | Μυθικά θαλάσσια πλάσματα (στο εμπρόσθιο μέρος άλογα, στο οπίσθιο ψάρια) με χρυσές χαίτες και ορειχάλκινες οπλές που σέρνουν το θεϊκό άρμα του στα αφρισμένα κύματα, γαληνεύοντας τη θάλασσα στο πέρασμά του. | |
| Βράχος/Ογκόλιθος | Ένας τεράστιος βράχος (συχνά καλυμμένος με θαλάσσια πλάσματα όπως χταπόδια και καβούρια), τον οποίο χρησιμοποιεί ως φονικό όπλο (όπως εναντίον του γίγαντα Πολυβώτη). | |
| Στεφάνι/Ιερά Φυτά | Στεφάνια από άγριο σέλινο ή κλαδιά πεύκου στο κεφάλι του, άμεσα συνδεδεμένα με τα έπαθλα των Ισθμιακών Αγώνων. | |
| Ιερά Ζώα | Ο Ταύρος (εξού και η εκατόμβη), το Άλογο (ο πρώτος ίππος, Σκύφιος ή Αρίων) και το Δελφίνι. |
Γλυπτική και Αγγειογραφία
Στη σφαίρα της μνημειακής γλυπτικής, ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά, αριστουργηματικά αλλά και αμφιλεγόμενα έργα της κλασικής αρχαιότητας είναι ο «Θεός του Αρτεμισίου» (χρονολογείται περίπου στο 450 π.Χ., φιλοξενείται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών). Το γιγαντιαίο αυτό χάλκινο άγαλμα, που ανασύρθηκε από τον βυθό του Αιγαίου, δείχνει έναν ολύμπιο θεό σε απόλυτα ισορροπημένη, δυναμική στάση ρίψης. Η ακαδημαϊκή κοινότητα ερίζει διαρκώς εάν ο θεός κρατούσε κεραυνό (ταυτιζόμενος με τον Δία) ή μια τρίαινα (ταυτιζόμενος με τον Ποσειδώνα). Σημαντικοί μελετητές (π.χ. C. Houser) επισημαίνουν ένα τεχνικό εμπόδιο για την εκδοχή του Ποσειδώνα: μια μακριά, συμβατική τρίαινα θα έκρυβε εντελώς το πρόσωπο του αγάλματος από τη βασική του οπτική γωνία (το προφίλ), κάτι αδιανόητο για τα αισθητικά πρότυπα της κλασικής τέχνης. Μολαταύτα, η ταύτιση συχνά παραμένει ανοιχτή, καθώς σε μικρότερα χάλκινα ειδώλια υπάρχουν παρόμοιες στάσεις και για τους δύο θεούς.
Στην αττική μελανόμορφη και ερυθρόμορφη κεραμική, ο Ποσειδών κυριαρχεί σε σκηνές δράσης και επιδείξεως θεϊκής οργής. Σε έναν εξαιρετικό μελανόμορφο κύλικα (kylix) που αποδίδεται στον περίφημο Ζωγράφο του Άμαση (περ. 540 π.Χ., Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης – MET), βλέπουμε στην κύρια όψη τον Ποσειδώνα να επισκέπτεται και να ενθαρρύνει τους Αχαιούς πολεμιστές στο πεδίο της μάχης στον Τρωικό Πόλεμο (εικονογραφώντας πιστά τη Ραψωδία 13 της Ιλιάδας). Στην πίσω όψη (reverse) απεικονίζονται με λεπτομέρεια οι υποθαλάσσιοι στάβλοι του, όπου ιπποκόμοι προσπαθούν απεγνωσμένα να τιθασεύσουν τα τέσσερα υπερφυσικά, ευέξαπτα άλογά του που είναι δεμένα σε κίονες. Παρομοίως, ο Ποσειδών εμφανίζεται συχνά να μάχεται ορμητικά μαζί με την Αθηνά στη Γιγαντομαχία σε αγγεία της αρχαϊκής περιόδου (όπως στο περίφημο δίνο του Ζωγράφου του Σώφιλου ή σε έργα του Κλεοφράδη), πλάι στην Αμφιτρίτη, ή να υποδέχεται τον γιο του, Θησέα, στο υποθαλάσσιο παλάτι του (όπως στον ερυθρόμορφο κρατήρα του Ζωγράφου του Συρίσκου).
Νομισματική: Η Προπαγάνδα της Ισχύος
Η νομισματική επιστήμη αποδεικνύεται καίρια για τη χαρτογράφηση της διάδοσης και της πολιτικής εργαλειοποίησης της λατρείας του. Στη Μεγάλη Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην πλούσια αποικία της Ποσειδωνίας (Paestum / Poseidonia) στην Ιταλία, έχουν βρεθεί περίτεχνοι ασημένιοι στατήρες (χρονολογούμενοι γύρω στο 530-400 π.Χ.). Στην κύρια όψη (obverse) αυτών των νομισμάτων απεικονίζεται ο Ποσειδών γυμνός, με ρωμαλέο σώμα, φορώντας μόνο μια χλαμύδα στους ώμους του, με το δεξί χέρι υψωμένο έτοιμο να ρίξει τη φονική τρίαινα. Στην πίσω όψη (reverse) εμφανίζεται ένας ταύρος (το κατεξοχήν ιερό ζώο του θεού στις θυσίες), συνοδευόμενος από την ελληνική επιγραφή «ΠOΣEIΔΑ».
Αντίστοιχα, στη Μακεδονία, η παραθαλάσσια πόλη Ποτίδαια (η οποία πήρε το όνομά της απευθείας από αυτόν, αφού στη δωρική διάλεκτο αποκαλείτο Ποτειδάν) κυκλοφόρησε σπάνια αργυρά τετράδραχμα και τετρώβολα γύρω στο 500-480 π.Χ. Σε αυτά απεικονίζεται ο «Ποσειδών Ίππιος» (έφιππος) γυμνός πάνω σε ένα άλογο, να κρατά την τρίαινα. Ακόμη και οι μεταγενέστεροι ισχυροί βασιλείς της Μακεδονίας, όπως ο Αντίγονος Γ’ Δώσων ή ο Αντίγονος Β’ Γονατάς (246-229 π.Χ.), αποτύπωσαν περήφανα την κεφαλή του Ποσειδώνα στα ασημένια τετράδραχμά τους (στεφανωμένο περίτεχνα με θαλάσσια φυτά), τιμώντας τον ως τον απόλυτο κύριο των κρίσιμων θαλάσσιων νικών τους που τους εξασφάλισαν την ηγεμονία.

Ακαδημαϊκή Βιβλιογραφία και Σύγχρονη Έρευνα
Η επιστημονική συζήτηση γύρω από τον Ποσειδώνα έχει εμπλουτιστεί τα τελευταία χρόνια μέσα από εξειδικευμένες μελέτες, ανασκαφικές αναφορές και καταλόγους εκθέσεων. Ένα έργο αναφοράς στη σύγχρονη βιβλιογραφία αποτελεί ο συλλογικός τόμος «Poseidon and the Sea: Myth, Cult, and Daily Life» (επιμέλεια: Seth D. Pevnick, 2014), ο οποίος διερευνά τον θεό μέσα από την εικονογραφία, τις λατρευτικές πρακτικές και την καθημερινή ζωή των ναυτικών. Όπως αναλύεται στο συγκεκριμένο έργο και σε σχετικές ακαδημαϊκές κριτικές (π.χ. στο American Journal of Archaeology, M.-C. Beaulieu, 2015), η έλλειψη αυτόνομων, περιεκτικών μονογραφιών για τον θεό οφείλεται στην τρομακτική πολυπλοκότητα των ιδιοτήτων του —ένα κράμα κυρίαρχου του φλοιού της γης, θεού των ίππων και ελεγκτή των υδάτων. Παράλληλα, μελέτες όπως αυτές του Claude Nicolet (L’inventaire du monde) και του Jean-Nicolas Corvisier (Les Grecs et la mer) καθίστανται απαραίτητες βιβλιογραφικές προσθήκες για την κατανόηση της σχέσης των Ελλήνων με τη θάλασσα και της γεωγραφικής εξάπλωσης της λατρείας του. Στο πεδίο της αρχαιολογίας, ο τόμος «Helike V: Ancient Helike and Aigialeia. Poseidon, God of Earthquakes and Waters» (επιμέλεια Ντ. Κατσωνοπούλου, 2017) προσφέρει τα πλέον ενημερωμένα ανασκαφικά δεδομένα γύρω από τη λατρεία του Ελικώνιου Ποσειδώνα και την ιστορική πραγματικότητα πίσω από τους βιβλικούς σεισμούς που κατέστρεφαν τις πόλεις του αρχαίου κόσμου.

Συμπεράσματα
Ο Ποσειδών δεν υπήρξε απλώς η προσωποποίηση της θάλασσας. Συνιστά ένα μνημειώδες και αρχέγονο αρχέτυπο της αρχαίας ελληνικής αντίληψης περί των ατίθασων φυσικών δυνάμεων. Η ιστορική του εξέλιξη από μια Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή και Μυκηναϊκή υπέρτατη θεότητα («Άναξ» της Πύλου και κύριος της γης/υδάτων) σε έναν από τους τρεις κεντρικούς κυρίαρχους του ολύμπιου πανθέου, καθρεφτίζει πιστά τη γεωλογική, οικονομική και επιβιωτική πραγματικότητα του ελλαδικού χώρου: μιας χώρας απολύτως εξαρτημένης από τα θαλάσσια ταξίδια, τις ναυτικές εμπορικές διαδρομές, και ταυτόχρονα μονίμως απειλούμενης από απρόβλεπτους και καταστροφικούς σεισμούς.
Τα σωζόμενα αρχαία κείμενα – είτε πρόκειται για την ομηρική επική διαίρεση του σύμπαντος και τους Ύμνους, είτε για τον ορφικό λειτουργικό μυστικισμό, είτε για τον φιλοσοφικό υπομνηματισμό των στωικών της εποχής – επιβεβαιώνουν ότι η λατρεία του απαιτούσε βαθύ σεβασμό, θυσίες και δέος απέναντι στην «τυφλή», οργισμένη αλλά και ζωοδότρα ορμή της φύσης. Η ριζωμένη του παρουσία σε νομίσματα, σε πελώριους δωρικούς ναούς από την Ελίκη μέχρι τα Ίσθμια και το Σούνιο, καθώς και σε περίτεχνα αγγεία της κλασικής περιόδου, μαρτυρά πως ο «Γαιήοχος» και «Κυανοχαίτης» θεός ήταν ο απόλυτος εξισορροπιστής (αλλά και ο εν δυνάμει ανατροπέας) μεταξύ της σταθερότητας της γης και του αρχέγονου χάους του ωκεανού.
