Posted in

Ο Θάνατος στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία: Η Πραγματική Του Μορφή

Από τη Θεογονία του Ησιόδου και τα Ομηρικά Έπη, μέχρι τις μάχες με τον Ηρακλή και τον Σίσυφο: Όλα όσα αναφέρει η αρχαία γραμματεία.
Μελανόμορφη παράσταση αρχαίου ελληνικού αγγείου που απεικονίζει δύο φτερωτές θεότητες, τον Ύπνο και τον Θάνατο, να σηκώνουν και να μεταφέρουν το σώμα ενός νεκρού πολεμιστή.
Ο Ύπνος και ο Θάνατος μεταφέρουν τον νεκρό Σαρπηδόνα. Λεπτομέρεια από μελανόμορφο αγγείο (περ. 510 π.Χ.).

Ο Θάνατος στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία: Μια Πλήρης Βιβλιογραφική Προσέγγιση

Στην αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Θάνατος δεν αποτελούσε απλώς το τέλος της ζωής, αλλά μια ξεχωριστή, προσωποποιημένη θεότητα. Αντίθετα με τη σύγχρονη αντίληψη που συχνά τον ταυτίζει με τον τρόμο, στην αρχαιότητα ο Θάνατος αντιπροσώπευε τον φυσικό, ειρηνικό θάνατο, σε πλήρη αντίθεση με τις Κήρες, οι οποίες ήταν τα πνεύματα του βίαιου θανάτου και της σφαγής στις μάχες.


1. Γενεαλογία και Καταγωγή (Ησιόδου Θεογονία)

Σύμφωνα με την αρχαιότερη και σημαντικότερη πηγή για τη γενεαλογία των θεών, τη Θεογονία του Ησιόδου, ο Θάνατος είναι μια αρχέγονη θεότητα. Είναι γιος της Νύκτας (Νύχτας) και του Ερέβους (Σκότους), και γεννήθηκε χωρίς πατρική συμμετοχή (παρθενογένεση της Νύχτας). Είναι επίσης δίδυμος αδελφός του Ύπνου.

Ο Ησίοδος καταγράφει τη γέννησή του με σαφήνεια:

Αρχαίο Κείμενο (Ησίοδος, Θεογονία, στ. 211-212): «Νὺξ δ᾽ ἔτεκεν στυγερόν τε Μόρον καὶ Κῆρα μέλαιναν καὶ Θάνατον, τέκε δ᾽ Ὕπνον, ἔτικτε δὲ φῦλον Ὀνείρων.»

Απόδοση: Και η Νύχτα γέννησε τον στυγερό Μόρο και τη μαύρη Κήρα και τον Θάνατο, γέννησε και τον Ύπνο, κι έκανε το σμήνος των Ονείρων.

Αργότερα στο ίδιο έργο, ο Ησίοδος περιγράφει τις κατοικίες του Ύπνου και του Θανάτου στον Κάτω Κόσμο, τονίζοντας τον αμείλικτο χαρακτήρα του Θανάτου σε σχέση με τον ήπιο αδελφό του:

Αρχαίο Κείμενο (Ησίοδος, Θεογονία, στ. 764-766): «…τοῦ δὲ σιδηρέη μὲν κραδίη, χάλκεον δέ οἱ ἦτορ νηλεὲς ἐν στήθεσσιν· ἔχει δ᾽ ὃν πρῶτα λάβῃσιν ἀνθρώπων· ἐχθρὸς δὲ καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσιν.»

Απόδοση: …του άλλου [του Θανάτου] σιδερένια είναι η καρδιά του, και χάλκινο, ανηλεές το ήθος στα στήθη του. Όποιον άνθρωπο πιάσει πρώτα, τον κρατάει. Και είναι μισητός ακόμη και στους αθάνατους θεούς.


2. Ο Θάνατος στα Ομηρικά Έπη

Στην Ιλιάδα του Ομήρου, ο Θάνατος εμφανίζεται μαζί με τον δίδυμο αδελφό του, τον Ύπνο, ως εκτελεστικό όργανο του Δία. Ο πιο διάσημος μύθος τους αφορά τον Σαρπηδόνα, τον αγαπημένο γιο του Δία που σκοτώθηκε στην Τροία από τον Πάτροκλο. Ο Δίας, μη μπορώντας να αλλάξει τη μοίρα του, αναθέτει στον Απόλλωνα να καθαρίσει το σώμα και να το παραδώσει στον Ύπνο και τον Θάνατο για να το μεταφέρουν στην πατρίδα του, τη Λυκία.

Αρχαίο Κείμενο (Όμηρος, Ιλιάδα, Ραψωδία Π, στ. 671-673): «πέμπε δέ μιν πομποῖσιν ἅμα κραιπνοῖσι φέρεσθαι, Ὕπνῳ καὶ Θανάτῳ διδυμάοσιν, οἵ ῥά μιν ὦκα θήσουσ᾽ ἐν Λυκίης εὐρείης πίονι δήμῳ·»

Απόδοση: και στείλε τον με γοργούς συνοδούς να μεταφερθεί, με τον Ύπνο και τον Θάνατο, τα δίδυμα αδέλφια, που γρήγορα θα τον εναποθέσουν στην πλούσια γη της ευρύχωρης Λυκίας.

Αυτή η απεικόνιση δείχνει τον Θάνατο σε ρόλο ψυχοπομπού και φροντιστή των νεκρών, σε αντίθεση με τη φρικτή εικόνα που του αποδίδεται σε άλλες παραδόσεις.


3. Η Ήττα και η Εξαπάτηση του Θανάτου

Ο Θάνατος δεν ήταν ανίκητος στους αρχαίους μύθους. Υπάρχουν δύο κορυφαία περιστατικά στην ελληνική γραμματεία όπου ο Θάνατος εξαπατήθηκε ή νικήθηκε κατά κράτος από θνητούς/ημίθεους.

Α. Ο Σίσυφος ξεγελά τον Θάνατο

Ο βασιλιάς της Κορίνθου, Σίσυφος, φημιζόταν για την πανουργία του. Όταν ο Δίας έστειλε τον Θάνατο να πάρει τον Σίσυφο στον Κάτω Κόσμο ως τιμωρία, ο Σίσυφος κατάφερε να του περάσει αλυσίδες (ή χειροπέδες). Το αποτέλεσμα ήταν κανένας άνθρωπος στη γη να μην πεθαίνει, μέχρι που παρενέβη ο Άρης (ο θεός του πολέμου, εκνευρισμένος που οι μάχες του δεν είχαν θύματα) για να τον απελευθερώσει.

Β. Ο Ηρακλής παλεύει με τον Θάνατο (Ευριπίδου Άλκηστις)

Στην τραγωδία Άλκηστις του Ευριπίδη, βλέπουμε την πιο ζωντανή θεατρική απεικόνιση της θεότητας. Ο Θάνατος εμφανίζεται στη σκηνή για να πάρει την Άλκηστη (η οποία θυσιάστηκε για τον σύζυγό της, Άδμητο). Ο θεός Απόλλων τον περιγράφει καθώς πλησιάζει:

Αρχαίο Κείμενο (Ευριπίδης, Άλκηστις, στ. 24-26): «ἤδη δὲ τόνδε Θάνατον εἰσορῶ πέλας, ἱερῆ θανόντων, ὅς νιν εἰς Ἅιδου δόμους μέλλει κατάξειν·»

Απόδοση: Να, τώρα βλέπω να ζυγώνει ο Θάνατος, ο ιερέας των νεκρών, που στον Άδη πρόκειται να την κατεβάσει.

Αργότερα στο έργο, ο Ηρακλής αποφασίζει να σώσει την Άλκηστη. Στήνει καρτέρι στον τάφο της, παλεύει σώμα με σώμα με τον Θάνατο, τον νικά και τον αναγκάζει να παραδώσει τη γυναίκα πίσω στον κόσμο των ζωντανών.


4. Απεικόνιση στην Αρχαία Τέχνη

Σε αντίθεση με τον σύγχρονο “Χάρο με το δρεπάνι”, η αρχαιοελληνική εικονογραφία (κυρίως στις αττικές ληκύθους και τους κρατήρες) απεικονίζει τον Θάνατο με τα εξής χαρακτηριστικά:

  • Ως Φτερωτό Νέο (ή πιο ηλικιωμένο άνδρα): Συνήθως με γένια (ενώ ο Ύπνος είναι αγένειος νέος), με φτερά στην πλάτη.
  • Μαζί με τον Ύπνο: Η πιο διάσημη απεικόνιση είναι ο κρατήρας του Ευφρονίου (περ. 515 π.Χ.), όπου ο Θάνατος και ο Ύπνος σηκώνουν το νεκρό σώμα του Σαρπηδόνα υπό την καθοδήγηση του Ερμή.
  • Το Σύμβολο του Πυρσού: Συχνά κρατά έναν ανεστραμμένο, σβηστό δαυλό (πυρσό), σύμβολο της ζωής που έχει σβήσει.
  • Ξίφος: Σε κάποιες αναπαραστάσεις φέρει ξίφος, όπως μαρτυρά και ο Ευριπίδης (που τον περιγράφει να κόβει μια τούφα από τα μαλλιά του θνήσκοντος για να τον αφιερώσει στους χθόνιους θεούς).

5. Η Λατρευτική και Μυστηριακή Διάσταση: Ο Ορφικός Ύμνος

Οι Ορφικοί Ύμνοι (κείμενα που χρησιμοποιούνταν σε μυστηριακές τελετές) περιλαμβάνουν έναν ειδικό, ανατριχιαστικό ύμνο αφιερωμένο αποκλειστικά στον Θάνατο (Ύμνος 87). Εδώ, ο Θάνατος παρουσιάζεται ως η απόλυτη, αναπόδραστη κοσμική νομοτέλεια, ο μόνος που δεν ακούει παρακλήσεις.

Αρχαίο Κείμενο (Ορφικός Ύμνος 87, «Εἰς Θάνατον», στ. 1-2 & 8-9): «Κλῦθί μευ, ὃς πάντων θνητῶν οἴηκα κρατύνεις, πᾶσι διδοὺς χρόνον ἁγνόν, ὅσων πόρρωθ᾽ ὑπάρχεις… […] ἐν σοὶ γὰρ μούνωι πάντων τὸ κριθὲν τελεοῦται· οὔτε γὰρ εὐχαῖσιν πείθηι μόνος οὔτε λιταῖσιν.»

Απόδοση: Άκουσέ με, εσύ που κρατάς το τιμόνι όλων των θνητών, δίνοντας αγνό (ακέραιο) χρόνο ζωής σε όσους μένεις μακριά… […] Διότι μόνο σε εσένα εκπληρώνεται η τελική κρίση για όλους. Γιατί εσύ είσαι ο μόνος που δεν πείθεται ούτε από ευχές ούτε από ικεσίες.


6. Αισχύλος: Ο Μοναδικός Θεός που δεν Δωροδοκείται

Μια από τις πιο δυνατές λογοτεχνικές μαρτυρίες για τον Θάνατο προέρχεται από ένα χαμένο έργο του Αισχύλου, την τραγωδία Νιόβη. Το συγκεκριμένο απόσπασμα (Fragment 161) διασώθηκε από μεταγενέστερους συγγραφείς και αποτυπώνει το απόλυτο κενό λατρείας γύρω από το όνομά του, καθώς ήταν ανώφελο να του προσφέρουν θυσίες.

Αρχαίο Κείμενο (Αισχύλος, Απόσπασμα 161 – Νιόβη): «Μόνος θεῶν γὰρ Θάνατος οὐ δώρων ἐρᾷ, οὔτ᾽ ἄν τι θύων οὔτ᾽ ἐπισπένδων λάβοις, οὐδ᾽ ἔστι βωμὸς οὐδὲ παιωνίζεται· μόνου δ᾽ Πειθώ δαιμόνων ἀποστατεῖ.»

Απόδοση: Γιατί ο Θάνατος είναι ο μόνος από τους θεούς που δεν αγαπά τα δώρα, ούτε με θυσίες ούτε με σπονδές μπορείς να κερδίσεις κάτι από αυτόν. Δεν έχει βωμό ούτε του ψάλλουν ύμνους (παιάνες), και είναι ο μόνος δαίμονας (θεότητα) που τον εγκαταλείπει η Πειθώ (δεν μπορείς να τον μεταπείσεις).


7. Παυσανίας: Η Απεικόνιση στη «Λάρνακα του Κυψέλου»

Ο περιηγητής Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.), στο έργο του Ελλάδος Περιήγησις, διασώζει την ακριβέστερη περιγραφή της αρχαίας τέχνης σχετικά με τον Θάνατο. Περιγράφει ένα ξύλινο, περίτεχνο μπαούλο (τη Λάρνακα του τυράννου Κυψέλου) που βρισκόταν στην Ολυμπία. Εκεί αποτυπώνεται καθαρά η διττή φύση Ύπνου και Θανάτου μέσα στην αγκαλιά της μητέρας τους.

Αρχαίο Κείμενο (Παυσανίας, Ηλιακών Α, Βιβλίο 5, 18.1): «…γυνὴ φέρουσα παῖδε λευκὸν καὶ μέλανα εὕδοντε… διεστραμμένους τοὺς πόδας… Ὕπνος καὶ Θάνατος.» (σύνοψη του χωρίου για ροή)

Πλήρης μεταγραφή νοήματος του Παυσανία: «Υπάρχει μια γυναίκα [η Νύχτα] που κρατάει στο δεξί της χέρι ένα λευκό παιδί που κοιμάται, και στο άλλο χέρι ένα μαύρο παιδί που μοιάζει να κοιμάται. Και τα δύο έχουν τα πόδια τους στραβά (σταυρωμένα). Οι επιγραφές δείχνουν αυτό που ούτως ή άλλως καταλαβαίνει κανείς: ότι πρόκειται για τον Ύπνο (το λευκό παιδί) και τον Θάνατο (το μαύρο παιδί), και τη Νύχτα που είναι τροφός και των δύο.»

8. Ο Θάνατος στη Λαϊκή Παράδοση: Οι Μύθοι του Αισώπου

Ενώ ο Όμηρος και ο Ησίοδος αντιμετωπίζουν τον Θάνατο με κοσμική σοβαρότητα, η λαϊκή παράδοση, όπως καταγράφεται από τον Αίσωπο (6ος αι. π.Χ.), του δίνει μια πιο καθημερινή, σχεδόν ειρωνική διάσταση. Στον διάσημο μύθο «Γέρων και Θάνατος», βλέπουμε πώς ο άνθρωπος, παρά τα βάσανά του, στο τέλος φοβάται την πραγματική έλευση του Θανάτου.

Αρχαίο Κείμενο (Αίσωπος, Μύθοι, Αρ. 60 [Perry Index]): «Γέρων ποτὲ ξύλα κόψας καὶ ταῦτα φέρων πολλὴν ὁδὸν ἐβάδιζε. Διὰ δὲ τὸν κόπον τῆς ὁδοῦ ἀποθέμενος τὸν φόρτον τὸν Θάνατον ἐπεκαλεῖτο. Τοῦ δὲ Θανάτου φανέντος καὶ πυθομένου δι᾽ ἣν αἰτίαν αὐτὸν παρακαλεῖται, ὁ γέρων ἔφη· Ἵνα τὸν φόρτον ἄρῃς.»

Απόδοση: Ένας γέροντας κάποτε, αφού έκοψε ξύλα, τα κουβαλούσε περπατώντας μεγάλο δρόμο. Εξαντλημένος από την κούραση της πορείας, άφησε κάτω το φορτίο του και άρχισε να επικαλείται (να φωνάζει) τον Θάνατο. Όταν όμως ο Θάνατος εμφανίστηκε μπροστά του και τον ρώτησε για ποια αιτία τον καλεί, ο γέροντας [τροκρατημένος] του απάντησε: “Για να με βοηθήσεις να σηκώσω το φορτίο μου.”


9. Η Λυρική Ποίηση: Η Κοινή Μοίρα Πλουσίων και Φτωχών

Ο σπουδαίος λυρικός ποιητής Πίνδαρος (5ος αι. π.Χ.), γνωστός για τους επινίκιους ύμνους του, δεν επικεντρώνεται στη μορφή του Θανάτου ως τέρας, αλλά στην απόλυτη, αδέκαστη νομοτέλεια της φύσης του. Ο Θάνατος είναι ο μεγάλος «ισοπεδωτής».

Αρχαίο Κείμενο (Πίνδαρος, Νεμεόνικοι, Ζ 30-31): «ἀφνεὸς πενιχρός τε θανάτου πάρα σᾶμα νέονται.»

Απόδοση: Ο πλούσιος και ο φτωχός, όλοι πορεύονται (καταλήγουν) στο μνήμα του θανάτου.

Αντίστοιχα, ο Αλκαίος από τη Λέσβο (τέλη 7ου αι. π.Χ.), σε δικό του απόσπασμα (Fr. 38a), αναφέρεται στον μύθο του Σίσυφου (που είδαμε παραπάνω), επιβεβαιώνοντας πως κανείς, ούτε ο πιο έξυπνος, δεν γλιτώνει την τελική συνάντηση:

Αρχαίο Κείμενο (Αλκαίος, Απόσπασμα 38a): «…καὶ πολύϊδρις ἔων ὑπὰ Κῆρι δίννεν δίναεν Ἀχέροντος ἔπερσεν…»

Απόδοση: …και παρόλο που [ο Σίσυφος] ήταν πολύγνωμος (πάνσοφος/πανούργος), πέρασε την ορμητική δίνη του Αχέροντα υπό τις διαταγές της Μοίρας του θανάτου…


10. Η Πρωτογενής Πηγή για το Δέσιμο του Θανάτου (Φερεκύδης)

Στο προηγούμενο μέρος αναφέραμε τον μύθο του Σίσυφου που αλυσόδεσε τον Θάνατο. Πώς όμως ξέρουμε ακριβώς αυτές τις λεπτομέρειες, αφού δεν σώζονται στον Όμηρο; Τις χρωστάμε στον μυθογράφο Φερεκύδη τον Αθηναίο (5ος αι. π.Χ.), του οποίου το έργο διέσωσαν οι Σχολιαστές (οι αρχαίοι μελετητές) στα περιθώρια των χειρογράφων της Ιλιάδας.

Αρχαίο Κείμενο (Σχόλια στην Ιλιάδα Ζ 153, βασισμένα στον Φερεκύδη – FGrHist 3 F 119): «…πέμπει πρὸς αὐτὸν τὸν Θάνατον. ὃν αἰσθόμενος ὁ Σίσυφος δεσμοῖς ἰσχυροῖς δέει· διὸ δὴ οὐδεὶς τότε τῶν ἀνθρώπων ἀπέθνῃσκεν, ἄχρις οὗ ὁ Ἄρης ἐλθὼν τὸν μὲν Θάνατον ἔλυσε…»

Απόδοση: …[Ο Δίας] στέλνει σε αυτόν [τον Σίσυφο] τον ίδιο τον Θάνατο. Αλλά ο Σίσυφος, καταλαβαίνοντάς το, τον δένει με ισχυρά δεσμά. Για αυτό ακριβώς κανείς από τους ανθρώπους δεν πέθαινε τότε, μέχρι που ήρθε ο Άρης, και τον μεν Θάνατο τον έλυσε…

Γράφω άρθρα για την αρχαία Ελλάδα, την ιστορία και την ελληνική μυθολογία, θέλοντας να φέρω πιο κοντά στο κοινό τον κόσμο των αρχαίων Ελλήνων. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να παρουσιάζω ιστορικά γεγονότα, μύθους και αρχαιολογικές ανακαλύψεις με απλό και κατανοητό τρόπο. Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής παράδοσης είναι για μένα πραγματικό πάθος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *