Κλειτώ: Η Πρώτη Βασίλισσα και Μητέρα της Ατλαντίδας
Ο μύθος της Κλειτούς (στα αρχαία: ἡ Κλειτώ) είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά κομμάτια της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, καθώς αποτελεί τον πυρήνα γύρω από τον οποίο χτίστηκε ο θρύλος της Ατλαντίδας.
Η μοναδική, αλλά απόλυτα καθοριστική πηγή από την οποία αντλούμε το 100% των πληροφοριών για την Κλειτώ είναι ο διάλογος «Κριτίας» (ή «Ατλαντικός») του Πλάτωνα, ο οποίος γράφτηκε γύρω στο 360 π.Χ. Δεν υπάρχουν αναφορές σε εκείνη σε παλαιότερα έπη (όπως του Ομήρου ή του Ησιόδου), γεγονός που καθιστά το κείμενο του Πλάτωνα τον απόλυτο βιβλιογραφικό «χάρτη» για τον χαρακτήρα της.
Η Καταγωγή και η Οικογένεια
Σύμφωνα με τον μύθο, όταν οι θεοί μοίρασαν τη γη μεταξύ τους, ο θεός Ποσειδώνας έλαβε ως μερίδιο το νησί της Ατλαντίδας. Εκεί κατοικούσαν άνθρωποι που είχαν γεννηθεί από την ίδια τη γη (γηγενείς).
Ένας από αυτούς τους πρώτους κατοίκους του κεντρικού οροπεδίου του νησιού ήταν ο Εύηνορ (Εὐήνωρ), ο οποίος ζούσε μαζί με τη γυναίκα του, τη Λευκίππη. Το ζευγάρι αυτό απέκτησε μια και μοναδική θυγατέρα, την Κλειτώ. Όταν η Κλειτώ έφτασε σε ηλικία γάμου, οι γονείς της πέθαναν, αφήνοντάς την ορφανή στο κέντρο του νησιού.
Ο Έρωτας του Ποσειδώνα και η Διαμόρφωση της Ατλαντίδας
Ο θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας, θαμπώθηκε από την ομορφιά της ορφανής πλέον Κλειτούς. Την ερωτεύτηκε με πάθος και ενώθηκε μαζί της.
Για να προστατεύσει την αγαπημένη του και να κάνει τον λόφο όπου κατοικούσε απροσπέλαστο στους κοινούς θνητούς, ο Ποσειδώνας αναδιαμόρφωσε τη γεωγραφία της περιοχής. Περιέκλεισε τον λόφο της Κλειτούς με εναλλασσόμενους δακτύλιους (κύκλους) από θάλασσα και γη. Συγκεκριμένα, δημιούργησε δύο ζώνες γης και τρεις ζώνες θάλασσας γύρω από το κέντρο, φέρνοντας παράλληλα ζεστά και κρύα ιαματικά νερά από το υπέδαφος για να εξασφαλίσει ότι η Κλειτώ θα είχε τα πάντα σε αφθονία.
Αυτός ο αρχικός οχυρωμένος λόφος αποτέλεσε αργότερα την κεντρική Ακρόπολη και το ιερό της πρωτεύουσας της Ατλαντίδας.
Το Πρωτότυπο Αρχαίο Κείμενο (Πλάτωνος «Κριτίας»)
Εδώ παρατίθεται το αυτούσιο απόσπασμα από το αρχαίο κείμενο του Πλάτωνα (Κριτίας 113c-113d), όπου περιγράφεται λεπτομερώς η ιστορία της:
«…ἀνδρὸς γάρ γενομένου τῶν ἐκεῖ κατ’ ἀρχὰς ἐκ γῆς φυέντων, ᾧ ὄνομα ἦν Εὐήνωρ, συνοικοῦντος γυναικὶ Λευκίππῃ, Κλειτὼ μονογενῆ θυγατέρα ἐγεννησάτην. Ταύτης τῆς κόρης ἤδη γάμου ὡραίας γιγνομένης ἥ τε μήτηρ τελευτᾷ καὶ ὁ πατήρ, αὐτῆς δὲ εἰς ἐπιθυμίαν Ποσειδῶν ἐλθὼν συμμείγνυται, καὶ τὸν γήλοφον ἐν ᾧ κατῴκει, περιρρηγνὺς εὐερκῆ ποιεῖ, τροχοὺς θαλάττης καὶ γῆς ἐναλλάξ ἐλάττους καὶ μείζους περὶ ἀλλήλους περιτορνεύων, δύο μὲν γῆς, τρεῖς δὲ θαλάττης…»
Μετάφραση-Απόδοση: «…διότι από τους ανθρώπους που είχαν γεννηθεί εκεί στην αρχή από τη γη, υπήρξε ένας με το όνομα Εύηνορ, ο οποίος ζούσε με τη γυναίκα του Λευκίππη, και γέννησαν μια μοναχοκόρη, την Κλειτώ. Όταν το κορίτσι αυτό έφτασε σε ηλικία γάμου, η μητέρα και ο πατέρας της πέθαναν. Ο Ποσειδώνας όμως, κυριευμένος από τον πόθο για εκείνη, ενώθηκε μαζί της και τον γήλοφο (χαμηλό βουνό) όπου κατοικούσε, τον απομόνωσε κόβοντάς τον γύρω-γύρω και τον έκανε καλά προστατευμένο, φτιάχνοντας κυκλικές ζώνες από θάλασσα και γη εναλλάξ, άλλες μικρότερες και άλλες μεγαλύτερες, τη μία γύρω από την άλλη: δύο από γη και τρεις από θάλασσα…»
Οι Απόγονοι: Οι Δέκα Βασιλιάδες της Ατλαντίδας
Από την ένωση της Κλειτούς και του Ποσειδώνα γεννήθηκαν πέντε ζευγάρια αρσενικών διδύμων. Σε αυτούς τους δέκα γιους της Κλειτούς, ο Ποσειδώνας μοίρασε το νησί της Ατλαντίδας, δημιουργώντας μια πανίσχυρη συνομοσπονδία δέκα βασιλείων.
Το αυτούσιο κείμενο για τη γέννηση των παιδιών (Κριτίας 114a-114b):
«…πέντε δὲ ἄρρενων παίδων γενέσεις διδύμους γεννησάμενος ἀνεθρέψατο, καὶ τὴν νῆσον τὴν Ἀτλαντίδα πᾶσαν δέκα μέρη κατανείμας, τῷ μὲν πρεσβυτάτῳ τῶν πρεσβυτέρων…»
- Το Πρώτο Ζεύγος: Ο Άτλας (ο πρωτότοκος, από τον οποίο πήρε το όνομά της η νήσος Ατλαντίδα και ο Ατλαντικός ωκεανός) και ο Εύμηλος (στα αρχαία Ελληνικά, ή Γάδειρος στην εγχώρια γλώσσα).
- Το Δεύτερο Ζεύγος: Ο Αμφήρης (Ἀμφήρης) και ο Ευαίμων (Εὐαίμων).
- Το Τρίτο Ζεύγος: Ο Μνησέας (Μνησεύς) και ο Αυτόχθων (Αὐτόχθων).
- Το Τέταρτο Ζεύγος: Ο Ελάσιππος (Ἐλάσιππος) και ο Μήστορας (Μήστωρ).
- Το Πέμπτο Ζεύγος: Ο Αζάης (Ἀζάης) και ο Διαπρέπης (Διαπρέπης).
Το Ιερό της Κλειτούς και του Ποσειδώνα
Στο κέντρο της Ακρόπολης της Ατλαντίδας, ακριβώς στο σημείο όπου ο θεός είχε ενωθεί με την Κλειτώ, οι απόγονοί τους έχτισαν έναν μεγαλοπρεπή ναό.
Το κείμενο αναφέρει (Κριτίας 116c):
«…τὸ μὲν δὴ τῆς Κλειτοῦς καὶ τοῦ Ποσειδῶνος ἱερὸν ἄβατον ἐν μέσῳ περικαλειφθὲν χρυσῷ περιβόλῳ…»
Ο ναός αυτός ήταν άβατον (απαγορευόταν η είσοδος στους κοινούς θνητούς) και ήταν περιφραγμένος με χρυσό τείχος. Εκεί ακριβώς αποδίδονταν οι μεγαλύτερες τιμές και από εκεί θυσιάζονταν οι απαρχές (τα πρώτα φρούτα και ζώα) κάθε χρόνο, προκειμένου να τιμήσουν την πρώτη μητέρα του έθνους τους, την Κλειτώ, και τον θείο πατέρα, Ποσειδώνα.
Ετυμολογική και Συμβολική Σημασία (Το «Κλεινόν»)
Το όνομα Κλειτώ παράγεται από το ρήμα κλείω (δοξάζω/κλεινός), που σημαίνει «αυτή που είναι διάσημη» ή «αυτή που προσφέρει δόξα». Στην αρχαιοελληνική μυθική γραμματεία, ο Πλάτων την τοποθετεί ως τη “γέφυρα” μεταξύ του Θεού και της Γης.
- Πρόσθεσε στο άρθρο: «Το όνομα της Κλειτούς δεν είναι τυχαίο. Συνδέεται με το ρήμα “κλείω” (δοξάζω), υποδηλώνοντας ότι μέσω αυτής της ένωσης, η Ατλαντίδα αποκτά τη “δόξα” της. Είναι το όργανο μέσω του οποίου το θείο (Ποσειδώνας) αποκτά υπόσταση στον υλικό κόσμο.»
Το Τελετουργικό της Θυσίας (Η Σύνδεση με το Αίμα)
Οι απόγονοι της Κλειτούς διατηρούσαν τη σύνδεση μαζί της. Στο κείμενο του Πλάτωνα (119d-120a), περιγράφεται το τελετουργικό της σύλληψης ενός ταύρου μέσα στο ιερό, το οποίο συνδεόταν άμεσα με την ανάμνηση της Κλειτούς και του Ποσειδώνα.
- Πρόσθεσε στο άρθρο: «Οι δέκα βασιλιάδες, απόγονοι της Κλειτούς, συγκεντρώνονταν κάθε πέντε ή έξι χρόνια για να ανανεώσουν τους όρκους τους. Κατά τη διάρκεια της τελετής, δεν χρησιμοποιούσαν όπλα από σίδηρο για να συλλάβουν τον ταύρο, αλλά μόνο ξύλινα ρόπαλα και δίχτυα. Στη συνέχεια, θυσίαζαν τον ταύρο πάνω στη στήλη του νόμου, η οποία ήταν χαραγμένη με τους νόμους του Ποσειδώνα, στο ιερό όπου κάποτε ενώθηκε ο θεός με την Κλειτώ. Αυτή η πράξη συμβόλιζε την υπακοή στη θεϊκή καταγωγή τους.»
