Λουκιανός ο Σαμοσατεύς: Όλα όσα πρέπει να ξέρεις για τον πατέρα της σάτιρας
Ο Λουκιανός (περ. 125 μ.Χ. – μετά το 180 μ.Χ.) αποτελεί μία από τις πιο λαμπρές, πνευματώδεις και ρηξικέλευθες μορφές της Ύστερης Αρχαιότητας. Εκπρόσωπος της Δεύτερης Σοφιστικής, διέπρεψε ως ρήτορας, συγγραφέας και, κυρίως, ως ο απόλυτος σατιρικός της εποχής του. Μέσα από το έργο του καυτηρίασε τη θρησκευτική δεισιδαιμονία, τη ματαιοδοξία του πλούτου και την υποκρισία των φιλοσόφων.
1. Ο Βίος του: Από τα Σαμόσατα στην Αθήνα
Ο Λουκιανός γεννήθηκε στα Σαμόσατα της Κομμαγηνής (σημερινή Σαμσάτ της Τουρκίας, στα σύνορα με τη Συρία). Αν και η μητρική του γλώσσα ήταν πιθανότατα η συριακή ή αραμαϊκή, κατέκτησε την αρχαία ελληνική (και μάλιστα την κλασική αττική διάλεκτο) σε βαθμό τελειότητας.
- Τα πρώτα βήματα: Όπως εξιστορεί στο αυτοβιογραφικό έργο του Περὶ τοῦ ἐνυπνίου (Το Όνειρο), οι γονείς του τον έστειλαν να μάθει την τέχνη του λιθοξόου (γλύπτη) κοντά στον θείο του. Αφού έσπασε κατά λάθος μια μαρμάρινη πλάκα και ξυλοκοπήθηκε, εγκατέλειψε την τέχνη και στράφηκε στην Παιδεία (τη ρητορική και τα γράμματα).
- Ταξίδια και Καριέρα: Ταξίδεψε ευρύτατα στην Ιωνία, την κυρίως Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γαλατία, βγάζοντας τα προς το ζην ως περιοδεύων ρήτορας και δικηγόρος.
- Η εγκατάσταση στην Αθήνα: Γύρω στο 165 μ.Χ. εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου αφιερώθηκε στη συγγραφή των ωριμότερων φιλοσοφικών και σατιρικών διαλόγων του.
- Το τέλος: Προς το τέλος της ζωής του, ανέλαβε μια υψηλόβαθμη και προσοδοφόρα διοικητική θέση στο ρωμαϊκό κράτος της Αιγύπτου (επί αυτοκράτορα Κόμμοδου), όπου πιθανότατα και πέθανε.
2. Η Καινοτομία του: Ο «Κωμικός Διάλογος»
Η μεγαλύτερη συνεισφορά του Λουκιανού στη λογοτεχνία είναι η δημιουργία ενός νέου είδους: του Κωμικού Διαλόγου. Ο ίδιος περηφανευόταν ότι πήρε τον αυστηρό Πλατωνικό Διάλογο (που χρησιμοποιούνταν για σοβαρή φιλοσοφική αναζήτηση) και τον πάντρεψε με τον καυστικό και ελεύθερο χαρακτήρα της Αριστοφανικής Κωμωδίας.
Το ύφος του διακρίνεται για τον άψογο Αττικισμό του (τη μίμηση δηλαδή της γλώσσας του 5ου και 4ου αι. π.Χ.), το δηκτικό του χιούμορ, την αβίαστη ειρωνεία και την καταστροφή κάθε δογματισμού.

3. Τα Σημαντικότερα Έργα και Αυτούσια Αποσπάσματα
Ο Λουκιανός έγραψε πάνω από 80 έργα (πολλά εκ των οποίων διασώζονται). Ακολουθούν τα πιο κομβικά, συνοδευόμενα από τα αρχαία κείμενα.
Α. «Ἀληθῆ Διηγήματα» (Η πρώτη Επιστημονική Φαντασία)
Το έργο Αληθινή Ιστορία θεωρείται το πρώτο έργο επιστημονικής φαντασίας στην ιστορία. Περιγράφει ταξίδια στο διάστημα, πολέμους μεταξύ των κατοίκων της Σελήνης και του Ήλιου (όπου συμμετέχουν ιπτάμενες αράχνες και σκόρδα), και την κατάποση ενός πλοίου από ένα τεράστιο κήτος. Το έγραψε για να κοροϊδέψει τους ιστορικούς (όπως τον Ηρόδοτο και τον Κτησία) που πουλούσαν τα ψέματά τους για αλήθειες. Στον πρόλογο, ο Λουκιανός κάνει την πιο έντιμη δήλωση που έκανε ποτέ συγγραφέας: ομολογεί ότι λέει ψέματα.
Το Αρχαίο Κείμενο (Πρόλογος, 1.4): «Γράφω τοίνυν περὶ ὧν μήτε εἶδον μήτε ἔπαθον μήτε παρ’ ἄλλων ἐπυθόμην, ἔτι δὲ μήτε ὅλως ὄντων μήτε τὴν ἀρχὴν γενέσθαι δυναμένων. Διὸ δεῖ τοὺς ἐντυγχάνοντας μηδαμῶς πιστεύειν αὐτοῖς… Κἂν ἓν γὰρ δὴ τοῦτο ἀληθεύσω λέγων ὅτι ψεύδομαι.»
(Γράφω, λοιπόν, για πράγματα που ούτε είδα, ούτε έπαθα, ούτε έμαθα από άλλους, και που επιπλέον ούτε υπάρχουν ούτε είναι δυνατόν να υπάρξουν ποτέ. Γι’ αυτό οι αναγνώστες δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να τα πιστέψουν… Διότι σε τούτο τουλάχιστον θα πω την αλήθεια: στο ότι λέω ψέματα.)
Β. «Νεκρικοί Διάλογοι» (Η Ματαιότητα της Ζωής)
Σε αυτούς τους διαλόγους, διασημότητες, βασιλιάδες, φιλόσοφοι και όμορφοι της αρχαιότητας βρίσκονται στον Άδη. Εκεί, πρωταγωνιστεί συνήθως ο Κυνικός φιλόσοφος Μένιππος, ο οποίος κοροϊδεύει τους πάντες, αποδεικνύοντας ότι μπροστά στον θάνατο, τα πλούτη, η δύναμη και η ομορφιά είναι απολύτως άχρηστα.
Στον 18ο διάλογο, ο Μένιππος ζητά από τον θεό Ερμή να του δείξει πού είναι οι καλλονές (όπως η Ωραία Ελένη). Ο Ερμής του δείχνει γυμνά, ξερά κρανία.
Το Αρχαίο Κείμενο (Νεκρικοί Διάλογοι 18.1): ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Ἑρμῆ, ποῦ δ’ εἰσὶν οἱ καλοὶ ἢ αἱ καλαί; ξενάγησόν με τὸν ἐπήλυδα. ΕΡΜΗΣ: Οὐ σχολή μοι, ὦ Μένιππε· πλὴν κατ’ ἐκεῖνο ἀπόβλεψον ἐς τὰ δεξιά, ἔνθα καὶ ὁ Ὑάκινθός ἐστι καὶ ὁ Νάρκισσος καὶ ὁ Νιρεὺς καὶ Ἀχιλλεὺς καὶ Τυρὼ καὶ Ἑλένη καὶ Λήδα καὶ ὅλως τὰ ἀρχαῖα πάντα κάλλη. ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Ὀστᾶ μόνον ὁρῶ καὶ κρανία τῶν σαρκῶν γυμνά, ὅμοια τὰ πολλά. ΕΡΜΗΣ: Καὶ μὴν ἐκεῖνά ἐστιν ἃ πάντες οἱ ποιηταὶ θαυμάζουσι, τὰ ὀστᾶ, ὧν σὺ καταφρονεῖς.
(ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Ερμή, πού είναι οι ωραίοι και οι ωραίες; Ξενάγησέ με τον νεοφερμένο. ΕΡΜΗΣ: Δεν έχω χρόνο, Μένιππε. Κοίτα όμως προς τα δεξιά, εκεί είναι ο Υάκινθος, ο Νάρκισσος, ο Αχιλλέας, η Ελένη… όλες οι αρχαίες καλλονές. ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Μόνο κόκκαλα βλέπω και κρανία γυμνά από σάρκα, σχεδόν όλα ίδια μεταξύ τους. ΕΡΜΗΣ: Κι όμως, αυτά τα κόκκαλα που εσύ περιφρονείς, είναι αυτά που όλοι οι ποιητές θαυμάζουν.)
Γ. Ο Πόλεμος κατά της Απάτης: «Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδόμαντις»
Ο Λουκιανός μισούσε τους τσαρλατάνους. Σε αυτό το έργο επιτίθεται με σφοδρότητα στον Αλέξανδρο τον Αβωνοτειχίτη, έναν απατεώνα “προφήτη” της εποχής του, ο οποίος είχε ιδρύσει ένα ψεύτικο μαντείο χρησιμοποιώντας ένα εξημερωμένο φίδι στο οποίο είχε φορέσει μια υφασμάτινη ανθρώπινη μάσκα, πείθοντας τα πλήθη ότι ήταν η μετενσάρκωση του θεού Ασκληπιού (ο “Γλύκων”). Ο Λουκιανός ξεσκεπάζει τα τεχνάσματά του με δημοσιογραφική ακρίβεια.

4. Η Κληρονομιά και η Επίδρασή του
Η επιρροή του Λουκιανού στη δυτική σκέψη είναι τεράστια. Αν και το Βυζάντιο τον αντιμετώπισε με καχυποψία (συχνά τον αποκαλούσαν “Αντίχριστο” και “Βλάσφημο” λόγω της κριτικής του στους θεούς και τη μνεία του στους πρώτους Χριστιανούς στο έργο Περὶ τῆς Περεγρίνου τελευτῆς), η Αναγέννηση τον λάτρεψε.
- Ο Έρασμος (που μετέφρασε έργα του στα λατινικά) εμπνεύστηκε από αυτόν το Μωρίας Εγκώμιον.
- Ο Τόμας Μορ δανείστηκε στοιχεία για την Ουτοπία του.
- Ο Τζόναθαν Σουίφτ εμπνεύστηκε τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ απευθείας από τα Αληθή Διηγήματα.
- Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ και οι ιστορίες του Βαρώνου Μινχάουζεν χρωστούν την ύπαρξή τους στο αφηγηματικό σύμπαν του Λουκιανού.
5. Το Απόλυτο Εγχειρίδιο του Ιστορικού: «Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν»
Ενώ στο Ἀληθῆ Διηγήματα ο Λουκιανός κοροϊδεύει τους ψεύτες ιστορικούς, στο δοκίμιο Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν (Πώς πρέπει να γράφεται η ιστορία) καταθέτει το απόλυτο θεωρητικό μανιφέστο για την αντικειμενικότητα. Είναι το πρώτο έργο στην παγκόσμια γραμματεία που ορίζει τους κανόνες της ιστορικής μεθοδολογίας.
Ο Λουκιανός απαιτεί από τον ιστορικό να μην κολακεύει τους άρχοντες, να μην παρασύρεται από τον πατριωτισμό του και να λειτουργεί αποκλειστικά ως υπηρέτης της Αλήθειας. Το παρακάτω απόσπασμα αποτελεί τον “Χρυσό Κανόνα” της ιστοριογραφίας:
Το Αρχαίο Κείμενο (Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν, 41): «Τοιοῦτος οὖν μοι ὁ συγγραφεὺς ἔστω, ἄφοβος, ἀδέκαστος, ἐλεύθερος, παρρησίας καὶ ἀληθείας φίλος… ἴσος δικαστής, εὔνους ἅπασιν ἄχρι τοῦ μὴ θατέρῳ ἀπονείμαι πλεῖον τοῦ δέοντος, ξένος ἐν τοῖς βιβλίοις καὶ ἄπολις, αὐτόνομος, ἀβασίλευτος, οὐ τί τῷδε ἢ τῷδε δόξει λογιζόμενος, ἀλλὰ τί πέπρακται λέγων.»
(Τέτοιος λοιπόν θέλω να είναι ο συγγραφέας: ατρόμητος, αδιάφθορος, ελεύθερος, φίλος της παρρησίας και της αλήθειας… δίκαιος κριτής, καλοπροαίρετος προς όλους αλλά τόσο ώστε να μην ευνοήσει κανέναν περισσότερο από όσο πρέπει, ξένος μέσα στα βιβλία του και χωρίς πατρίδα (άπολις), αυτόνομος, χωρίς να υποτάσσεται σε κανέναν βασιλιά, χωρίς να υπολογίζει τι θα σκεφτεί ο ένας ή ο άλλος, αλλά λέγοντας μόνο ό,τι πραγματικά έχει συμβεί.)
6. Η Μαρτυρία για τους Πρώτους Χριστιανούς: «Περὶ τῆς Περεγρίνου τελευτῆς»
Ο Λουκιανός προσφέρει μία από τις σπανιότερες εξωχριστιανικές πηγές του 2ου αιώνα για την πρώιμη Χριστιανική Εκκλησία. Στο έργο Περί της Περεγρίνου τελευτής, εξιστορεί τη ζωή ενός Κυνικού φιλοσόφου (του Περεγρίνου), ο οποίος για ένα διάστημα είχε ενταχθεί στις κοινότητες των Χριστιανών στην Παλαιστίνη, εκμεταλλευόμενος την αφέλεια και την αλληλεγγύη τους.
Ο Λουκιανός δεν επιτίθεται στους Χριστιανούς με μίσος, αλλά τους περιγράφει με περιφρονητική οίκτο ως εύπιστους και απλοϊκούς ανθρώπους που ξεγελιούνται εύκολα από απατεώνες, σημειώνοντας την πίστη τους στην αθανασία και τη λατρεία τους προς τον «ανασκολοπισθέντα» (σταυρωθέντα) Χριστό.
Το Αρχαίο Κείμενο (Περὶ τῆς Περεγρίνου τελευτῆς, 11-13): «Τὸν μέγαν γοῦν ἐκεῖνον ἔτι σέβουσιν, τὸν ἄνθρωπον τὸν ἐν τῇ Παλαιστίνῃ ἀνασκολοπισθέντα, ὅτι καινὴν ταύτην τελετὴν εἰσῆγεν ἐς τὸν βίον… πεπείκασι γὰρ αὑτοὺς οἱ κακοδαίμονες τὸ μὲν ὅλον ἀθάνατοι ἔσεσθαι καὶ βιώσεσθαι τὸν ἀεὶ χρόνον.»
(Ακόμη και τώρα, βέβαια, λατρεύουν εκείνον τον μεγάλο άνθρωπο, αυτόν που σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη, επειδή εισήγαγε αυτή τη νέα θρησκεία στη ζωή… Διότι έχουν πείσει τον εαυτό τους αυτοί οι δύστυχοι ότι θα είναι εντελώς αθάνατοι και ότι θα ζουν αιώνια.)

7. Το Ξεπούλημα της Φιλοσοφίας: «Βίων Πρᾶσις»
Αν υπάρχει ένα έργο που αποδεικνύει το κοφτερό μυαλό του Λουκιανού, αυτό είναι η Βίων Πρᾶσις (Πλειστηριασμός Βίων/Φιλοσοφιών). Ο Δίας και ο Ερμής στήνουν ένα σκλαβοπάζαρο, όπου δημοπρατούν τους ιδρυτές των μεγάλων φιλοσοφικών σχολών (Πυθαγόρα, Διογένη, Επίκουρο, Χρύσιππο, Σωκράτη κ.ά.).
Ο Λουκιανός αποδομεί τον δογματισμό της κάθε σχολής, παρουσιάζοντας τους φιλοσόφους να προσπαθούν να “πουλήσουν” τις ιδέες τους στους υποψήφιους αγοραστές, συχνά πέφτοντας σε κωμικές αντιφάσεις. Η κριτική του στοχεύει κυρίως τους Στωικούς και τους Πλατωνικούς, ενώ δείχνει μια ήπια συμπάθεια προς τον Επίκουρο (ο οποίος πολεμούσε τις δεισιδαιμονίες).
Το Αρχαίο Κείμενο (Βίων Πρᾶσις, 2 – Δημοπρατώντας τον Πυθαγόρα): ΕΡΜΗΣ: Παρέστω ὁ ἄριστος. ΔΙΑΣ: Τὸν Πυθαγορικὸν κάλει, τὸν κομήτην. ΕΡΜΗΣ: Ἄπιθι ἐς τὸ μέσον καὶ πάρεχε καταθεᾶσθαι τοῖς ὠνηταῖς. Ἄγε δή, βίον πωλῶ τὸν ἄριστον, τὸν σεμνότατον. Τίς ὠνήσεται; τίς ἐθέλει ὑπὲρ τῶν ὅλων εἰδέναι;
(ΕΡΜΗΣ: Ας παρουσιαστεί ο καλύτερος. ΔΙΑΣ: Κάλεσε τον Πυθαγόρειο, αυτόν με τα μακριά μαλλιά. ΕΡΜΗΣ: Έλα στο κέντρο και άφησε τους αγοραστές να σε περιεργαστούν. Εμπρός λοιπόν, πουλάω τον πιο άριστο, τον πιο σεμνό τρόπο ζωής! Ποιος θα τον αγοράσει; Ποιος θέλει να γνωρίζει τα μυστικά του σύμπαντος;)
Συμπέρασμα της Βιβλιογραφίας: Ο Λουκιανός δεν ήταν ένας βαθύς συστηματικός φιλόσοφος όπως ο Πλάτωνας, ούτε ένας ιστορικός. Ήταν ο οξυδερκέστερος παρατηρητής της ανθρώπινης φύσης. Με όπλο τον κοινό νου (common sense) και το ακαταμάχητο χιούμορ του, διέλυσε τις ψευδαισθήσεις της εποχής του, κάνοντάς τον έναν από τους πιο «μοντέρνους» συγγραφείς της αρχαιότητας.
