1. Προοίμιο: Το αμέτρητο μέγεθος των εγκλημάτων
Το δύσκολο για μένα, κύριοι δικαστές, δεν νομίζω ότι είναι πώς να αρχίσω την κατηγορία, αλλά πώς να σταματήσω να μιλάω. Τέτοιο είναι το μέγεθος και τόσο μεγάλο το πλήθος των εγκλημάτων που έχουν διαπράξει, ώστε, ακόμα κι αν κάποιος ήθελε να πει ψέματα, δεν θα μπορούσε να τους κατηγορήσει για πράγματα χειρότερα από αυτά που πραγματικά έκαναν, αλλά ούτε κι αν ήθελε να πει όλη την αλήθεια θα μπορούσε. Είναι αναπόφευκτο, δηλαδή, είτε ο κατήγορος να κουραστεί είτε ο χρόνος να μην του φτάσει. Νομίζω, μάλιστα, ότι τώρα θα συμβεί το αντίθετο από ό,τι γινόταν στο παρελθόν. Παλαιότερα δηλαδή, έπρεπε οι κατήγοροι να αποδείξουν ποια ήταν η έχθρα τους με τους κατηγορουμένους. Τώρα όμως, πρέπει να ρωτάμε τους κατηγορουμένους (τους Τριάκοντα) ποια ήταν η έχθρα τους προς την πόλη, για να τολμήσουν να διαπράξουν τέτοια μεγάλα εγκλήματα εις βάρος της. Δεν κάνω βέβαια αυτούς τους λόγους σαν να μην έχω προσωπικές έχθρες και συμφορές, αλλά επειδή υπάρχει άφθονο υλικό σε όλους μας για να οργιζόμαστε, είτε για τα προσωπικά μας είτε για τα δημόσια πράγματα. Εγώ λοιπόν, κύριοι δικαστές, που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα ανακατευτεί ούτε με τα δικά μου ούτε με ξένα δημόσια πράγματα, τώρα αναγκάστηκα από τα γεγονότα να κατηγορήσω αυτόν εδώ. Έτσι, πολλές φορές ένιωσα μεγάλη απελπισία, μήπως λόγω της απειρίας μου δεν καταφέρω να κάνω την κατηγορία επάξια και ικανά για τον αδερφό μου και για μένα. Θα προσπαθήσω όμως να σας τα διηγηθώ από την αρχή όσο πιο σύντομα μπορώ.
2. Το ιστορικό της οικογένειας και το σχέδιο των Τριάκοντα
Ο πατέρας μου, ο Κέφαλος, πείστηκε από τον Περικλή να έρθει σε αυτή τη χώρα και έζησε εδώ τριάντα χρόνια. Σε όλο αυτό το διάστημα, ούτε εμείς ούτε εκείνος κάναμε μήνυση σε κανέναν, ούτε κατηγορηθήκαμε ποτέ. Αντίθετα, ζούσαμε κάτω από το δημοκρατικό πολίτευμα με τέτοιο τρόπο ώστε ούτε τους άλλους να αδικούμε ούτε να αδικούμαστε από κανέναν. Όταν όμως οι Τριάκοντα –οι οποίοι ήταν διεφθαρμένοι και συκοφάντες– ανέλαβαν την εξουσία, έλεγαν ότι έπρεπε να καθαρίσουν την πόλη από τους κακούς και να στρέψουν τους υπόλοιπους πολίτες προς την αρετή και τη δικαιοσύνη. Ενώ έλεγαν τέτοια, δεν τολμούσαν να τα κάνουν πράξη, όπως εγώ θα προσπαθήσω να σας υπενθυμίσω, μιλώντας πρώτα για τα δικά μου και έπειτα για τα δικά σας. Ο Θέογνις και ο Πείσων, για παράδειγμα, έλεγαν στους άλλους της παράταξης των Τριάκοντα σχετικά με τους μετοίκους, ότι τάχα μερικοί από αυτούς ήταν δυσαρεστημένοι με το καθεστώς. Έλεγαν λοιπόν ότι αυτή ήταν μια εξαιρετική πρόφαση για να φανούν ότι τους τιμωρούν, ενώ στην πραγματικότητα να βγάλουν χρήματα, καθώς η πόλη ήταν φτωχή και η εξουσία χρειαζόταν πόρους. Και δεν δυσκολεύτηκαν να πείσουν τους ακροατές τους, γιατί θεωρούσαν ασήμαντο πράγμα να σκοτώνουν ανθρώπους, ενώ αντίθετα έδιναν μεγάλη σημασία στο να αρπάζουν χρήματα. Αποφάσισαν λοιπόν να συλλάβουν δέκα μετοίκους. Ανάμεσά τους συμπεριέλαβαν και δύο φτωχούς, για να έχουν τη δικαιολογία απέναντι στους υπόλοιπους ότι οι συλλήψεις δεν έγιναν για τα χρήματα, αλλά προς το συμφέρον του καθεστώτος, σαν να επρόκειτο για μια από τις συνηθισμένες, λογικές τους ενέργειες.
3. Η σύλληψη του Λυσία και η δωροδοκία του Πείσωνα
Αφού μοίρασαν τα σπίτια μεταξύ τους, άρχισαν να πηγαίνουν σε αυτά. Εμένα με βρήκαν να κάνω τραπέζι σε φιλοξενούμενους, τους οποίους έδιωξαν, και με παρέδωσαν στον Πείσωνα. Οι άλλοι πήγαν στο εργαστήριο και κατέγραφαν τους δούλους. Εγώ τότε ρώτησα τον Πείσωνα αν ήθελε να με σώσει παίρνοντας χρήματα. Εκείνος είπε ναι, αρκεί να ήταν πολλά. Του είπα ότι είμαι έτοιμος να του δώσω ένα τάλαντο ασήμι, και αυτός συμφώνησε. Γνώριζα βέβαια ότι δεν υπολογίζει ούτε θεούς ούτε ανθρώπους, όμως κάτω από αυτές τις συνθήκες, θεώρησα απολύτως αναγκαίο να του ζητήσω όρκο. Αφού λοιπόν ορκίστηκε –καταριόμενος να καταστραφεί ο ίδιος και τα παιδιά του– ότι θα με σώσει αν πάρει το τάλαντο, μπήκα στο δωμάτιο και άνοιξα το σεντούκι. Ο Πείσων το καταλαβαίνει, μπαίνει μέσα, βλέπει τα περιεχόμενα, φωνάζει δύο υπηρέτες και τους διατάζει να πάρουν όσα είχε το σεντούκι. Όταν, κύριοι δικαστές, πήρε όχι μόνο αυτά που είχαμε συμφωνήσει, αλλά τρία τάλαντα ασήμι, τετρακόσιους κυζικηνούς στατήρες, εκατό δαρεικούς και τέσσερις ασημένιες φιάλες, τον παρακάλεσα να μου δώσει τουλάχιστον τα απαραίτητα για το ταξίδι. Εκείνος όμως μου απάντησε να είμαι ευχαριστημένος αν σώσω το κεφάλι μου.
4. Η απόδραση από το σπίτι του Δάμνιππου
Καθώς βγαίναμε εγώ και ο Πείσων, συναντάμε τον Μηλόβιο και τον Μνησιθείδη, που επέστρεφαν από το εργαστήριο. Μας πετυχαίνουν ακριβώς στην πόρτα και ρωτούν πού πάμε. Ο Πείσων απάντησε ότι πάμε στο σπίτι του αδερφού μου, για να ψάξει κι εκείνο το σπίτι. Εκείνοι του είπαν να προχωρήσει, ενώ διέταξαν εμένα να τους ακολουθήσω στο σπίτι του Δάμνιππου. Ο Πείσων με πλησίασε και μου ψιθύρισε να σωπάσω και να μην ανησυχώ, γιατί θα ερχόταν κι αυτός εκεί. Εκεί βρήκαμε τον Θέογνι, ο οποίος φύλαγε κάποιους άλλους κρατούμενους. Με παρέδωσαν σε αυτόν και έφυγαν. Βρισκόμενος σε τέτοια κατάσταση, αποφάσισα να ρισκάρω, αφού ο θάνατός μου ήταν πλέον δεδομένος. Φώναξα λοιπόν τον Δάμνιππο και του είπα τα εξής: «Τυχαίνει να είσαι φίλος μου· βρίσκομαι στο σπίτι σου χωρίς να έχω κάνει κανένα έγκλημα, και καταστρέφομαι μόνο για τα χρήματά μου. Εσύ, λοιπόν, βλέποντας τι περνάω, βάλε τα δυνατά σου για να με σώσεις». Εκείνος υποσχέθηκε να το κάνει. Θεώρησε όμως καλύτερο να μιλήσει στον Θέογνι, πιστεύοντας ότι θα έκανε τα πάντα, αν του έδινε κάποιος χρήματα. Ενώ εκείνος μιλούσε στον Θέογνι –και επειδή εγώ γνώριζα καλά το σπίτι και ήξερα ότι είχε δύο πόρτες– σκέφτηκα να προσπαθήσω να σωθώ από εκεί. Σκέφτηκα ότι, αν περάσω απαρατήρητος, θα σωθώ. Αν με πιάσουν, και αν στο μεταξύ ο Θέογνις έχει πειστεί από τον Δάμνιππο να πάρει χρήματα, πάλι θα με άφηναν ελεύθερο· ειδάλλως, ούτως ή άλλως θα πέθαινα. Με αυτή τη σκέψη, και ενώ εκείνοι φύλαγαν την αυλόπορτα, έπρεπε να περάσω από τρεις πόρτες, οι οποίες έτυχε να είναι όλες ανοιχτές. Έφτασα στο σπίτι του ναύκληρου Αρχένεω και τον έστειλα στην πόλη να μάθει τι απέγινε ο αδερφός μου. Όταν επέστρεψε, μου είπε ότι ο Ερατοσθένης τον έπιασε στον δρόμο και τον οδήγησε στη φυλακή. Έχοντας μάθει αυτά τα νέα, την επόμενη νύχτα διέφυγα με πλοίο στα Μέγαρα.
5. Το τέλος του Πολέμαρχου και η λεηλασία της περιουσίας
Στον Πολέμαρχο, οι Τριάκοντα έδωσαν τη συνηθισμένη τους διαταγή: να πιει κώνειο, χωρίς καν να του πουν την αιτία για την οποία επρόκειτο να πεθάνει. Τόσο πολύ απείχε η κατάσταση από το να δικαστεί και να απολογηθεί. Και όταν τον έβγαλαν νεκρό από τη φυλακή, ενώ είχαμε τρία σπίτια, δεν επέτρεψαν να γίνει η εκφορά από κανένα από αυτά, αλλά νοίκιασαν μια παράγκα και τον έβαλαν εκεί. Αν και υπήρχαν πολλά ρούχα, δεν έδωσαν ούτε ένα για την ταφή του. Οι φίλοι του έδωσαν ό,τι είχε ο καθένας —άλλος ρούχο, άλλος μαξιλάρι— για να ταφεί. Αν και πήραν εφτακόσιες ασπίδες δικές μας, τόσο ασήμι και χρυσάφι, χαλκό, κοσμήματα, έπιπλα και γυναικεία ρούχα, όσα ποτέ δεν φαντάζονταν ότι θα αποκτήσουν, και εκατόν είκοσι δούλους (κρατώντας τους καλύτερους και πουλώντας τους υπόλοιπους στο δημόσιο ταμείο), έφτασαν σε τέτοιο σημείο απληστίας και αισχροκέρδειας, δείχνοντας τον πραγματικό τους χαρακτήρα: Όταν ο Μηλόβιος μπήκε στο σπίτι, έβγαλε από τα αυτιά της γυναίκας του Πολέμαρχου τα χρυσά σκουλαρίκια που φορούσε! Και δεν τύχαμε κανενός ελέους από αυτούς ούτε για το ελάχιστο μέρος της περιουσίας μας.
6. Η πολιτεία της οικογένειας και τα εγκλήματα των Τριάκοντα
Μας αδίκησαν τόσο βάναυσα για τα χρήματα, σαν να είχαμε διαπράξει τα χειρότερα εγκλήματα. Κι όμως δεν αξίζαμε τέτοια συμπεριφορά από την πόλη. Πληρώσαμε όλες τις χορηγίες, δώσαμε πολλές εισφορές, ήμασταν νομοταγείς και κάναμε ό,τι μας ζητούσαν, δεν είχαμε κανέναν εχθρό και εξαγοράσαμε πολλούς Αθηναίους αιχμαλώτους από τους εχθρούς. Μας συμπεριφέρθηκαν έτσι, ενώ εμείς ως μέτοικοι προσφέραμε στην πόλη περισσότερα από αυτούς που την κυβερνούσαν. Γιατί αυτοί έστειλαν πολλούς πολίτες στην εξορία στους εχθρούς, σκότωσαν άδικα πολλούς αφήνοντάς τους άταφους, στέρησαν τα πολιτικά δικαιώματα από πολλούς επίτιμους πολίτες και εμπόδισαν τον γάμο των θυγατέρων πολλών ανθρώπων. Και έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο θράσους, ώστε έρχονται εδώ να απολογηθούν λέγοντας ότι δεν έκαναν τίποτα κακό ή αισχρό. Μακάρι να έλεγαν την αλήθεια, γιατί τότε θα είχα κι εγώ μεγάλο μερίδιο σε αυτό το καλό. Τώρα όμως, δεν ισχύει αυτό ούτε για την πόλη ούτε για μένα. Τον αδερφό μου, όπως είπα και πριν, τον σκότωσε ο Ερατοσθένης, χωρίς ο ίδιος να έχει αδικηθεί προσωπικά ούτε βλέποντας τον αδερφό μου να βλάπτει την πόλη, αλλά εξυπηρετώντας πρόθυμα τη δική του παρανομία.
7. Ανάκριση του Ερατοσθένη (Διάλογος – Στιχομυθία)
Θέλω λοιπόν, κύριοι δικαστές, να τον ανεβάσω στο βήμα και να τον ρωτήσω. Γιατί η γνώμη μου είναι η εξής: Το να συζητάω με κάποιον άλλον για αυτόν προς όφελός του το θεωρώ ασέβεια. Αλλά το να του απευθύνομαι ευθέως, με σκοπό να τον πλήξω, το θεωρώ ιερό και ευσεβές. – Ανέβα λοιπόν εδώ και απάντησε σε ό,τι σε ρωτήσω. Εσύ συνέλαβες τον Πολέμαρχο ή όχι; – Έκανα ό,τι με διέταξαν οι άρχοντες από φόβο. – Ήσουν στο βουλευτήριο όταν γινόταν η συζήτηση για μας; – Ήμουν. – Συμφωνούσες με αυτούς που ζητούσαν να μας σκοτώσουν ή διαφωνούσες; – Διαφωνούσα. – Για να μη σκοτωθούμε; – Για να μη σκοτωθείτε. – Πιστεύοντας ότι αυτά που παθαίναμε ήταν άδικα ή δίκαια; – Άδικα.
8. Ο αντίλογος στη δικαιολογία του Ερατοσθένη
Ώστε λοιπόν, αθλιέστατε όλων των ανθρώπων, διαφωνούσες για να μας σώσεις, αλλά μας συνέλαβες για να μας σκοτώσεις; Και όταν η πλειοψηφία κρατούσε τη σωτηρία μας στα χέρια της, λες ότι αντιμίλησες σε αυτούς που ήθελαν να μας καταστρέψουν, αλλά όταν ήταν στο δικό σου χέρι να σώσεις ή όχι τον Πολέμαρχο, εσύ τον οδήγησες στη φυλακή; Έπειτα, ενώ από τη μία ισχυρίζεσαι ότι αντέδρασες αλλά δεν ωφέλησες σε τίποτα και απαιτείς να θεωρείσαι τίμιος, από την άλλη πιστεύεις ότι –επειδή τον συνέλαβες και τον σκότωσες– δεν πρέπει να δώσεις λογαριασμό σε εμένα και στους δικαστές; Και βέβαια δεν είναι λογικό να τον πιστέψει κανείς ότι διαφώνησε πραγματικά, με το επιχείρημα ότι του δόθηκε εντολή. Γιατί προφανώς δεν ήταν ανάμεσα στους μετοίκους που έπρεπε να αποδείξει την αφοσίωσή του. Έπειτα, σε ποιον ήταν λιγότερο πιθανό να δώσουν αυτή τη διαταγή; Σε αυτόν που είχε ήδη διαφωνήσει και είχε εκφράσει αντίθετη γνώμη; Ποιος δηλαδή θα ήταν λιγότερο πρόθυμος να εξυπηρετήσει τα σχέδιά τους από εκείνον που είχε αντιδράσει σε αυτά που ήθελαν να κάνουν; Επιπλέον, ενώ για τους υπόλοιπους Αθηναίους θεωρώ ότι είναι αρκετή δικαιολογία να ρίχνουν το φταίξιμο για όσα έγιναν στους Τριάκοντα, τους ίδιους τους Τριάκοντα πώς είναι δυνατόν να τους δεχτείτε, όταν ρίχνουν το φταίξιμο ο ένας στον άλλον; Αν υπήρχε στην πόλη κάποια εξουσία ισχυρότερη από αυτούς, η οποία να τον διέταζε να σκοτώνει ανθρώπους παράνομα, ίσως δικαιολογημένα να τον συγχωρούσατε. Τώρα όμως, από ποιον θα ζητήσετε ευθύνες, αν επιτραπεί στους Τριάκοντα να λένε ότι «έκαναν απλώς όσα διέταξαν οι Τριάκοντα»; Και μάλιστα, δεν τον συνέλαβε στο σπίτι του, αλλά στον δρόμο, όπου μπορούσε άνετα να τον σώσει παραβλέποντας τις αποφάσεις τους, και παρ’ όλα αυτά τον πήγε στη φυλακή. Εσείς βέβαια οργίζεστε με όλους όσοι μπήκαν στα σπίτια σας ψάχνοντας εσάς ή τους δικούς σας. Αν όμως πρέπει να δείξουμε συγκατάβαση σε αυτούς που για να σωθούν οι ίδιοι κατέστρεψαν άλλους, αυτοί θα την άξιζαν περισσότερο. Διότι για εκείνους (τους απλούς ανθρώπους) υπήρχε κίνδυνος, αν τους έστελναν να ερευνήσουν ένα σπίτι και δεν πήγαιναν, ή αν έβρισκαν αυτόν που έψαχναν και το αρνούνταν. Στον Ερατοσθένη όμως, ήταν πολύ εύκολο να πει ότι δεν τον συνάντησε ή ότι δεν τον είδε. Και αυτό δεν μπορούσε ούτε να ελεγχθεί ούτε να αποδειχθεί, οπότε ούτε καν οι εχθροί του, όσο κι αν το ήθελαν, δεν θα μπορούσαν να τον διαψεύσουν. Έπρεπε, λοιπόν, Ερατοσθένη, αν ήσουν πραγματικά τίμιος, να προειδοποιήσεις αυτούς που επρόκειτο να πεθάνουν άδικα, παρά να συλλάβεις εκείνους που ήταν μελλοθάνατοι χωρίς να φταίνε σε τίποτα. Τώρα όμως, οι πράξεις σου απέδειξαν ότι δεν στεναχωριόσουν, αλλά αντίθετα χαιρόσουν με αυτά που συνέβαιναν. Επομένως, αυτοί εδώ (οι δικαστές) πρέπει να αποφασίσουν με βάση τα έργα και όχι τα λόγια σου, λαμβάνοντας όσα ξέρουν ότι έχουν συμβεί ως τεκμήρια για όσα λέγονταν τότε, αφού δεν είναι δυνατόν να φέρουμε μάρτυρες γι’ αυτά. Όχι μόνο δεν μπορούσαμε να είμαστε παρόντες, αλλά δεν ήμασταν καλά καλά ασφαλείς ούτε στα ίδια μας τα σπίτια· με αποτέλεσμα, ελεύθερο πεδίο για όσους έχουν προκαλέσει όλα τα δεινά στην πόλη, να είναι τώρα το να λένε μόνο τα καλύτερα για τον εαυτό τους.
Εισαγωγή
«Μια δίκη που άλλαξε την αντίληψη για το δίκαιο.» Ο λόγος «Κατά Ερατοσθένους» αποτελεί το σημαντικότερο κείμενο του Λυσία και μια πολύτιμη ιστορική πηγή για το καθεστώς των Τριάκοντα. Στη σειρά αυτή θα εξετάσουμε πώς ένας «ξένος» (μέτοικος) κατάφερε να υψώσει το ανάστημά του απέναντι σε έναν από τους ισχυρότερους άνδρες της εποχής, διεκδικώντας την τιμωρία για τον φόνο του αδελφού του, Πολέμαρχου. Είναι μια μελέτη πάνω στην πολιτική διαφθορά, την κατάχρηση εξουσίας και τη δύναμη της ρητορικής.
1. Προοίμιο: Το αμέτρητο μέγεθος των εγκλημάτων

οὐκ ἄρξασθαί μοι δοκεῖ ἄπορον εἶναι, ὦ ἄνδρες δικασταί, τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ παύσασθαι λέγοντι: τοιαῦτα αὐτοῖς τὸ μέγεθος καὶ τοσαῦτα τὸ πλῆθος εἴργασται, ὥστε μήτ᾽ ἂν ψευδόμενον δεινότερα τῶν ὑπαρχόντων κατηγορῆσαι, μήτε τἀληθῆ βουλόμενον εἰπεῖν ἅπαντα δύνασθαι, ἀλλ᾽ ἀνάγκη ἢ τὸν κατήγορον ἀπειπεῖν ἢ τὸν χρόνον ἐπιλιπεῖν. τοὐναντίον δέ μοι δοκοῦμεν πείσεσθαι ἢ ἐν τῷ πρὸ τοῦ χρόνῳ. πρότερον μὲν γὰρ ἔδει τὴν ἔχθραν τοὺς κατηγοροῦντας ἐπιδεῖξαι, ἥτις εἴη πρὸς τοὺς φεύγοντας: νυνὶ δὲ παρὰ τῶν φευγόντων χρὴ πυνθάνεσθαι ἥτις ἦν αὐτοῖς πρὸς τὴν πόλιν ἔχθρα, ἀνθ᾽ ὅτου τοιαῦτα ἐτόλμησαν εἰς αὐτὴν ἐξαμαρτάνειν.
οὐ μέντοι ὡς οὐκ ἔχων οἰκείας ἔχθρας καὶ συμφορὰς τοὺς λόγους ποιοῦμαι, ἀλλ᾽ ὡς ἅπασι πολλῆς ἀφθονίας οὔσης ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἢ ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὀργίζεσθαι. ἐγὼ μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὔτ᾽ ἐμαυτοῦ πώποτε οὔτε ἀλλότρια πράγματα πράξας νῦν ἠνάγκασμαι ὑπὸ τῶν γεγενημένων τούτου κατηγορεῖν, ὥστε πολλάκις εἰς πολλὴν ἀθυμίαν κατέστην, μὴ διὰ τὴν ἀπειρίαν ἀναξίως καὶ ἀδυνάτως ὑπὲρ τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἐμαυτοῦ τὴν κατηγορίαν ποιήσομαι. ὅμως δὲ πειράσομαι ὑμᾶς ἐξ ἀρχῆς ὡς ἂν δύνωμαι δι᾽ ἐλαχίστων διδάξαι.
Σχόλιο: Ο Λυσίας ξεκινά με ένα ρητορικό σχήμα (παράλειψη): λέει ότι τα εγκλήματα είναι τόσα πολλά που ο χρόνος δεν φτάνει. Αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης: συνήθως ο κατήγορος αποδεικνύει την έχθρα του, αλλά εδώ οι Τριάκοντα πρέπει να εξηγήσουν γιατί μισούσαν την ίδια τους την πόλη.
2. Το ιστορικό της οικογένειας και το σχέδιο των Τριάκοντα

οὑμὸς πατὴρ Κέφαλος ἐπείσθη μὲν ὑπὸ Περικλέους εἰς ταύτην τὴν γῆν ἀφικέσθαι, ἔτη δὲ τριάκοντα ᾤκησε, καὶ οὐδενὶ πώποτε οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἐκεῖνος δίκην οὔτε ἐδικασάμεθα οὔτε ἐφύγομεν, ἀλλ᾽ οὕτως ᾠκοῦμεν δημοκρατούμενοι ὥστε μήτε εἰς τοὺς ἄλλους ἐξαμαρτάνειν μήτε ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀδικεῖσθαι. ἐπειδὴ δ᾽ οἱ τριάκοντα πονηροὶ μὲν καὶ συκοφάνται ὄντες εἰς τὴν ἀρχὴν κατέστησαν, φάσκοντες χρῆναι τῶν ἀδίκων καθαρὰν ποιῆσαι τὴν πόλιν καὶ τοὺς λοιποὺς πολίτας ἐπ᾽ ἀρετὴν καὶ δικαιοσύνην τραπέσθαι, καὶ τοιαῦτα λέγοντες οὐ τοιαῦτα ποιεῖν ἐτόλμων, ὡς ἐγὼ περὶ τῶν ἐμαυτοῦ πρῶτον εἰπὼν καὶ περὶ τῶν ὑμετέρων ἀναμνῆσαι πειράσομαι.
Θέογνις γὰρ καὶ Πείσων ἔλεγον ἐν τοῖς τριάκοντα περὶ τῶν μετοίκων, ὡς εἶέν τινες τῇ πολιτείᾳ ἀχθόμενοι: καλλίστην οὖν εἶναι πρόφασιν τιμωρεῖσθαι μὲν δοκεῖν, τῷ δ᾽ ἔργω χρηματίζεσθαι: πάντως δὲ τὴν μὲν πόλιν πένεσθαι τὴν δ᾽ ἀρχὴν δεῖσθαι χρημάτων. καὶ τοὺς ἀκούοντας οὐ χαλεπῶς ἔπειθον: ἀποκτιννύναι μὲν γὰρ ἀνθρώπους περὶ οὐδενὸς ἡγοῦντο, λαμβάνειν δὲ χρήματα περὶ πολλοῦ ἐποιοῦντο. ἔδοξεν οὖν αὐτοῖς δέκα συλλαβεῖν, τούτων δὲ δύο πένητας, ἵνα αὐτοῖς ᾖ πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπολογία, ὡς οὐ χρημάτων ἕνεκα ταῦτα πέπρακται, ἀλλὰ συμφέροντα τῇ πολιτεία γεγένηται, ὥσπερ τι τῶν ἄλλων εὐλόγως πεποιηκότες.
Σχόλιο: Εδώ τονίζεται η αντίθεση ανάμεσα στον «καλό μέτοικο» (την οικογένεια του Λυσία) και τους «κακούς άρχοντες». Οι Τριάκοντα χρησιμοποίησαν την ιδεολογία («κάθαρση της πόλης») ως βιτρίνα για να κλέψουν τις περιουσίες των πλούσιων μετοίκων.
3. Η σύλληψη του Λυσία και η δωροδοκία του Πείσωνα
διαλαβόντες δὲ τὰς οἰκίας ἐβάδιζον: καὶ ἐμὲ μὲν ξένους ἑστιῶντα κατέλαβον, οὓς ἐξελάσαντες Πείσωνί με παραδιδόασιν: οἱ δὲ ἄλλοι εἰς τὸ ἐργαστήριον ἐλθόντες τὰ ἀνδράποδα ἀπεγράφοντο. ἐγὼ δὲ Πείσωνα μὲν ἠρώτων εἰ βούλοιτό με σῶσαι χρήματα λαβών. ὁ δ᾽ ἔφασκεν, εἰ πολλὰ εἴη. εἶπον ὅτι τάλαντον ἀργυρίου ἕτοιμος εἴην δοῦναι: ὁ δ᾽ ὡμολόγησε ταῦτα ποιήσειν. ἠπιστάμην μὲν οὖν ὅτι οὔτε θεοὺς οὔτ᾽ ἀνθρώπους νομίζει, ὅμως δ᾽ ἐκ τῶν παρόντων ἐδόκει μοι ἀναγκαιότατον εἶναι πίστιν παρ᾽ αὐτοῦ λαβεῖν.
ἐπειδὴ δὲ ὤμοσεν, ἐξώλειαν ἑαυτῷ καὶ τοῖς παισὶν ἐπαρώμενος, λαβὼν τὸ τάλαντόν με σώσειν, εἰσελθὼν εἰς τὸ δωμάτιον τὴν κιβωτὸν ἀνοίγνυμι. Πείσων δ᾽ αἰσθόμενος εἰσέρχεται, καὶ ἰδὼν τὰ ἐνόντα καλεῖ τῶν ὑπηρετῶν δύο, καὶ τὰ ἐν τῇ κιβωτῷ λαβεῖν ἐκέλευσεν. ἐπεὶ δὲ οὐχ ὅσον ὡμολόγητο εἶχεν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἀλλὰ τρία τάλαντα ἀργυρίου καὶ τετρακοσίους κυζικηνοὺς καὶ ἑκατὸν δαρεικοὺς καὶ φιάλας ἀργυρᾶς τέτταρας, ἐδεόμην αὐτοῦ ἐφόδιά μοι δοῦναι, ὁ δ᾽ ἀγαπήσειν με ἔφασκεν, εἰ τὸ σῶμα σώσω.
Σχόλιο: Ο Πείσων εμφανίζεται ως ο απόλυτος κυνικός. Ορκίζεται στον «όλεθρο» του ίδιου και των παιδιών του (εξώλεια) και αμέσως μετά παραβιάζει τον όρκο κλέβοντας τα πάντα. Είναι η προσωποποίηση της απληστίας.
4. Η απόδραση από το σπίτι του Δάμνιππου

ἐξιοῦσι δ᾽ ἐμοὶ καὶ Πείσωνι ἐπιτυγχάνει Μηλόβιός τε καὶ Μνησιθείδης ἐκ τοῦ ἐργαστηρίου ἀπιόντες, καὶ καταλαμβάνουσι πρὸς αὐταῖς ταῖς θύραις, καὶ ἐρωτῶσιν ὅποι βαδίζοιμεν: ὁ δ᾽ ἔφασκεν εἰς τὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ ἐμοῦ, ἵνα καὶ τὰ ἐν ἐκείνῃ τῇ οἰκίᾳ σκέψηται. ἐκεῖνον μὲν οὖν ἐκέλευον βαδίζειν, ἐμὲ δὲ μεθ᾽ αὑτῶν ἀκολουθεῖν εἰς Δαμνίππου. Πείσων δὲ προσελθὼν σιγᾶν μοι παρεκελεύετο καὶ θαρρεῖν, ὡς ἥξων ἐκεῖσε. καταλαμβάνομεν δὲ αὐτόθι Θέογνιν ἑτέρους φυλάττοντα: ᾧ παραδόντες ἐμὲ πάλιν ᾤχοντο.
ἐν τοιούτῳ δ᾽ ὄντι μοι κινδυνεύειν ἐδόκει, ὡς τοῦ γε ἀποθανεῖν ὑπάρχοντος ἤδη. καλέσας δὲ Δάμνιππον λέγω πρὸς αὐτὸν τάδε, ἐπιτήδειος μέν μοι τυγχάνεις ὤν, ἥκω δ᾽ εἰς τὴν σὴν οἰκίαν, ἀδικῶ δ᾽ οὐδέν, χρημάτων δ᾽ ἕνεκα ἀπόλλυμαι. σὺ οὖν ταῦτα πάσχοντί μοι πρόθυμον παράσχου τὴν σεαυτοῦ δύναμιν εἰς τὴν ἐμὴν σωτηρίαν. ὁ δ᾽ ὑπέσχετο ταῦτα ποιήσειν. ἐδόκει δ᾽ αὐτῷ βέλτιον εἶναι πρὸς Θέογνιν μνησθῆναι: ἡγεῖτο γὰρ ἅπαν ποιήσειν αὐτόν, εἴ τις ἀργύριον διδοίη.
ἐκείνου δὲ διαλεγομένου Θεόγνιδι (ἔμπειρος γὰρ ὢν ἐτύγχανον τῆς οἰκίας, καὶ ᾔδη ὅτι ἀμφίθυρος εἴη) ἐδόκει μοι ταύτῃ πειρᾶσθαι σωθῆναι, ἐνθυμουμένῳ ὅτι, ἐὰν μὲν λάθω, σωθήσομαι, ἐὰν δὲ ληφθῶ, ἡγούμην μέν, εἰ Θέογνις εἴη πεπεισμένος ὑπὸ τοῦ Δαμνίππου χρήματα λαβεῖν, οὐδὲν ἧττον ἀφεθήσεσθαι, εἰ δὲ μή, ὁμοίως ἀποθανεῖσθαι. ταῦτα διανοηθεὶς ἔδει με (ἐκείνων ἐπὶ τῇ αὐλείῳ θύρᾳ τὴν φυλακὴν ποιουμένων): τριῶν δὲ θυρῶν οὐσῶν, ἃς ἔδει με διελθεῖν, ἅπασαι ἀνεῳγμέναι ἔτυχον. ἀφικόμενος δὲ εἰς Ἀρχένεω τοῦ ναυκλήρου ἐκεῖνον πέμπω εἰς ἄστυ, πευσόμενον περὶ τοῦ ἀδελφοῦ: ἥκων δὲ ἔλεγεν ὅτι Ἐρατοσθένης αὐτὸν ἐν τῇ ὁδῷ λαβὼν εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀπαγάγοι. καὶ ἐγὼ τοιαῦτα πεπυσμένος τῆς ἐπιούσης νυκτὸς διέπλευσα Μέγαράδε.
Σχόλιο: Η δράση θυμίζει κινηματογραφική ταινία. Η τύχη παίζει ρόλο (οι τρεις πόρτες ήταν ανοιχτές), αλλά και η ψυχραιμία του Λυσία. Η φυγή στα Μέγαρα ήταν η κλασική οδός για τους δημοκρατικούς πρόσφυγες.
5. Το τέλος του Πολέμαρχου και η λεηλασία της περιουσίας
Πολεμάρχῳ δὲ παρήγγειλαν οἱ τριάκοντα τοὐπ᾽ ἐκείνων εἰθισμένον παράγγελμα, πίνειν κώνειον, πρὶν τὴν αἰτίαν εἰπεῖν δι᾽ ἥντινα ἔμελλεν ἀποθανεῖσθαι: οὕτω πολλοῦ ἐδέησε κριθῆναι καὶ ἀπολογήσασθαι. καὶ ἐπειδὴ ἀπεδέρετο ἐκ τοῦ δεσμωτηρίου τεθνεώς, τριῶν ἡμῖν οἰκιῶν οὐσῶν ἐξ οὐδεμιᾶς εἴασαν ἐξενεχθῆναι, ἀλλὰ κλεισίον μισθωσάμενοι προὔθεντο αὐτόν. καὶ πολλῶν ὄντων ἱματίων αἰτοῦσιν οὐδὲν ἔδοσαν εἰς τὴν ταφήν, ἀλλὰ τῶν φίλων ὁ μὲν ἱμάτιον, ὁ δὲ προσκεφάλαιον, ὁ δὲ ὅ τι ἕκαστος ἔτυχεν ἔδωκεν εἰς τὴν ἐκείνου ταφήν.
καὶ ἔχοντες μὲν ἑπτακοσίας ἀσπίδας τῶν ἡμετέρων, ἔχοντες δὲ ἀργύριον καὶ χρυσίον τοσοῦτον, χαλκὸν δὲ καὶ κόσμον καὶ ἔπιπλα καὶ ἱμάτια γυναικεῖα ὅσα οὐδεπώποτε ᾤοντο κτήσεσθαι, καὶ ἀνδράποδα εἴκοσι καὶ ἑκατόν, ὧν τὰ μὲν βέλτιστα ἔλαβον, τὰ δὲ λοιπὰ εἰς τὸ δημόσιον ἀπέδοσαν, εἰς τοσαύτην ἀπληστίαν καὶ αἰσχροκέρδειαν ἀφίκοντο καὶ τοῦ τρόπου τοῦ αὑτῶν ἀπόδειξιν ἐποιήσαντο: τῆς γὰρ Πολεμάρχου γυναικὸς χρυσοῦς ἑλικτῆρας, οὓς ἔχουσα ἐτύγχανεν, ὅτε τὸ πρῶτον ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν Μηλόβιος ἐκ τῶν ὤτων ἐξείλετο. καὶ οὐδὲ κατὰ τὸ ἐλάχιστον μέρος τῆς οὐσίας ἐλέου παρ᾽ αὐτῶν ἐτυγχάνομεν.
Σχόλιο: Αυτή είναι η πιο συναισθηματικά φορτισμένη ενότητα. Η λεπτομέρεια με τον Μηλόβιο που αφαιρεί τα σκουλαρίκια από τα αυτιά της γυναίκας του Πολέμαρχου δείχνει την απόλυτη έλλειψη σεβασμού και ανθρωπιάς.
6. Η πολιτεία της οικογένειας και τα εγκλήματα των Τριάκοντα

ἀλλ᾽ οὕτως εἰς ἡμᾶς διὰ τὰ χρήματα ἐξημάρτανον, ὥσπερ ἂν ἕτεροι μεγάλων ἀδικημάτων ὀργὴν ἔχοντες, οὐ τούτων ἀξίους γε ὄντας τῇ πόλει, ἀλλὰ πάσας μὲν τὰς χορηγίας χορηγήσαντας, πολλὰς δ᾽ εἰσφορὰς εἰσενεγκόντας, κοσμίους δ᾽ ἡμᾶς αὐτοὺς παρέχοντας καὶ πᾶν τὸ προσταττόμενον ποιοῦντας, ἐχθρὸν δ᾽ οὐδένα κεκτημένους, πολλοὺς δ᾽ Ἀθηναίων ἐκ τῶν πολεμίων λυσαμένους: τοιούτων ἠξίωσαν οὐχ ὁμοίως μετοικοῦντας ὥσπερ αὐτοὶ ἐπολιτεύοντο. οὗτοι γὰρ πολλοὺς μὲν τῶν πολιτῶν εἰς τοὺς πολεμίους ἐξήλασαν, πολλοὺς δ᾽ ἀδίκως ἀποκτείναντες ἀτάφους ἐποίησαν, πολλοὺς δ᾽ ἐπιτίμους ὄντας ἀτίμους τῆς πόλεως κατέστησαν, πολλῶν δὲ θυγατέρας μελλούσας ἐκδίδοσθαι ἐκώλυσαν.
καὶ εἰς τοσοῦτόν εἰσι τόλμης ἀφιγμένοι ὥσθ᾽ ἥκουσιν ἀπολογησόμενοι, καὶ λέγουσιν ὡς οὐδὲν κακὸν οὐδ᾽ αἰσχρὸν εἰργασμένοι εἰσίν. ἐγὼ δ᾽ ἐβουλόμην ἂν αὐτοὺς ἀληθῆ λέγειν: μετῆν γὰρ ἂν καὶ ἐμοὶ τούτου τἀγαθοῦ οὐκ ἐλάχιστον μέρος. νῦν δὲ οὔτε πρὸς τὴν πόλιν αὐτοῖς τοιαῦτα ὑπάρχει οὔτε πρὸς ἐμέ: τὸν ἀδελφὸν γὰρ μου, ὥσπερ καὶ πρότερον εἶπον, Ἐρατοσθένης ἀπέκτεινεν, οὔτε αὐτὸς ἰδίᾳ ἀδικούμενος οὔτε εἰς τὴν πόλιν ὁρῶν ἐξαμαρτάνοντα, ἀλλὰ τῇ ἑαυτοῦ παρανομία προθύμως ἐξυπηρετῶν.
Σχόλιο: Ο Λυσίας χρησιμοποιεί το επιχείρημα της «ανταποδοτικότητας». Η οικογένειά του ήταν «υποδειγματικοί μέτοικοι» που έδωσαν πολλά στην Αθήνα, ενώ οι Τριάκοντα, αν και πολίτες, κατέστρεψαν την πόλη.
7. Ανάκριση του Ερατοσθένη (Διάλογος – Στιχομυθία)
ἀναβιβασάμενος δ᾽ αὐτὸν βούλομαι ἐρέσθαι, ὦ ἄνδρες δικασταί. τοιαύτην γὰρ γνώμην ἔχω: ἐπὶ μὲν τῇ τούτου ὠφελείᾳ καὶ πρὸς ἕτερον περὶ τούτου διαλέγεσθαι ἀσεβὲς εἶναι νομίζω, ἐπὶ δὲ τῇ τούτου βλάβῃ καὶ πρὸς αὐτὸν τοῦτον ὅσιον καὶ εὐσεβές. — ἀνάβηθι οὖν μοι καὶ ἀπόκριναι, ὅ τι ἄν σε ἐρωτῶ. ἀπήγαγες Πολέμαρχον ἢ οὔ; — τὰ ὑπὸ τῶν ἀρχόντων προσταχθέντα δεδιὼς ἐποίουν. — ἦσθα δ᾽ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ὅτε οἱ λόγοι ἐγίγνοντο περὶ ἡμῶν; — ἦ. — πότερον συνηγόρευες τοῖς κελεύουσιν ἀποκτεῖναι ἢ ἀντέλεγες; — ἀντέλεγον. — ἵνα μὴ ἀποθάνωμεν; — ἵνα μὴ ἀποθάνητε. — ἡγούμενος ἡμᾶς ἄδικα πάσχειν ἢ δίκαια; — ἄδικα.
Σχόλιο: Εδώ έχουμε τη «στιχομυθία». Ο Λυσίας παγιδεύει τον Ερατοσθένη. Αν ο Ερατοσθένης παραδεχτεί ότι η σύλληψη ήταν άδικη, τότε είναι ένοχος γιατί τη διέπραξε. Η δικαιολογία «εκτελούσα εντολές» (δεδιώς – από φόβο) καταρρίπτεται αμέσως.
8. Ο αντίλογος στη δικαιολογία του Ερατοσθένη
εἶτ᾽, ὦ σχετλιώτατε πάντων, ἀντέλεγες μὲν ἵνα σώσειας, συνελάμβανες δὲ ἵνα ἀποκτείνῃς; καὶ ὅτε μὲν τὸ πλῆθος ἦν ὑμῶν κύριον τῆς σωτηρίας τῆς ἡμετέρας, ἀντιλέγειν φῂς τοῖς βουλομένοις ἡμᾶς ἀπολέσαι, ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ σοὶ μόνῳ ἐγένετο καὶ σῶσαι Πολέμαρχον καὶ μή, εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀπήγαγες; εἶθ᾽ ὅ μέν, ὡς φῄς, ἀντειπὼν οὐδὲν ὠφέλησας, ἀξιοῖς χρηστὸς νομίζεσθαι, ὅτι δὲ συλλαβὼν ἀπέκτεινας, οὐκ οἴει ἐμοὶ καὶ τουτοισὶ δοῦναι δίκην;
καὶ μὴν οὐδὲ τοῦτο εἰκὸς αὐτῷ πιστεύειν, εἴπερ ἀληθῆ λέγει φάσκων ἀντειπεῖν, ὡς αὐτῷ προσετάχθη. οὐ γὰρ δήπου ἐν τοῖς μετοίκοις πίστιν παρ᾽ αὐτοῦ ἐλάμβανον. ἔπειτα τῷ ἧττον εἰκὸς ἦν προσταχθῆναι ἢ ὅστις ἀντειπών γε ἐτύγχανε καὶ γνώμην ἀποδεδειγμένος; τίνα γὰρ εἰκὸς ἦν ἧττον ταῦτα ὑπηρετῆσαι ἢ τὸν ἀντειπόντα οἷς ἐκεῖνοι ἐβούλοντο πραχθῆναι; ἔτι δὲ τοῖς μὲν ἄλλοις Ἀθηναίοις ἱκανή μοι δοκεῖ πρόφασις εἶναι τῶν γεγενημένων εἰς τοὺς τριάκοντα ἀναφέρειν τὴν αἰτίαν: αὐτοὺς δὲ τοὺς τριάκοντα, ἐὰν εἰς σφᾶς αὐτοὺς ἀναφέρωσι, πῶς ὑμᾶς εἰκὸς ἀποδέχεσθαι; εἰ μὲν γάρ τις ἦν ἐν τῇ πόλει ἀρχὴ ἰσχυροτέρα αὐτῆς, ὑφ᾽ ἧς αὐτῷ προσετάττετο παρὰ τὸ δίκαιον ἀνθρώπους ἀπολλύναι, ἴσως ἂν εἰκότως αὐτῷ συγγνώμην εἴχετε: νῦν δὲ παρὰ τοῦ ποτε καὶ λήψεσθε δίκην, εἴπερ ἐξέσται τοῖς τριάκοντα λέγειν ὅτι τὰ ὑπὸ τῶν τριάκοντα προσταχθέντα ἐποίουν;
καὶ μὲν δὴ οὐκ ἐν τῇ οἰκία ἀλλ᾽ ἐν τῇ ὁδῷ, σῴζειν τε αὐτὸν καὶ τὰ τούτοις ἐψηφισμένα παρόν, συλλαβὼν ἀπήγαγεν. ὑμεῖς δὲ πᾶσιν ὀργίζεσθε, ὅσοι εἰς τὰς οἰκίας ἦλθον τὰς ὑμετέρας ζήτησιν ποιούμενοι ἢ ὑμῶν ἢ τῶν ὑμετέρων τινός. καίτοι εἰ χρὴ τοῖς διὰ τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν ἑτέρους ἀπολέσασι συγγνώμην ἔχειν, ἐκείνοις ἂν δικαιότερον ἔχοιτε: κίνδυνος γὰρ ἦν πεμφθεῖσι μὴ ἐλθεῖν καὶ καταλαβοῦσιν ἐξάρνοις γενέσθαι. τῷ δὲ Ἐρατοσθένει ἐξῆν εἰπεῖν ὅτι οὐκ ἀπήντησεν, ἔπειτα ὅτι οὐκ εἶδεν: ταῦτα γὰρ οὔτ᾽ ἔλεγχον οὔτε βάσανον εἶχεν, ὥστε μηδ᾽ ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν βουλομένων οἷόν τ᾽ εἶναι ἐξελεγχθῆναι.
χρῆν δέ σε, ὦ Ἐρατόσθενες, εἴπερ ἦσθα χρηστός, πολὺ μᾶλλον τοῖς μέλλουσιν ἀδίκως ἀποθανεῖσθαι μηνυτὴν γενέσθαι ἢ τοὺς ἀδίκως ἀπολουμένους συλλαμβάνειν. νῦν δέ σου τὰ ἔργα φανερὰ γεγένηται οὐχ ὡς ἀνιωμένου ἀλλ᾽ ὡς ἡδομένου τοῖς γιγνομένοις, ὥστε τούσδε ἐκ τῶν ἔργων χρὴ μᾶλλον ἢ ἐκ τῶν λόγων τὴν ψῆφον φέρειν, ἃ ἴσασι γεγενημένα τῶν τότε λεγομένων τεκμήρια λαμβάνοντας, ἐπειδὴ μάρτυρας περὶ αὐτῶν οὐχ οἷόν τε παρασχέσθαι. οὐ γὰρ μόνον ἡμῖν παρεῖναι οὐκ ἐξῆν, ἀλλ᾽ οὐδὲ παρ᾽ αὑτοῖς εἶναι, ὥστ᾽ ἐπὶ τούτοις ἐστὶ πάντα τὰ κακὰ εἰργασμένοις τὴν πόλιν πάντα τἀγαθὰ περὶ αὑτῶν λέγειν.
Σχόλιο: Ο Λυσίας κλείνει με λογικά επιχειρήματα. Αν ο Ερατοσθένης είχε όντως διαφωνήσει, οι Τριάκοντα δεν θα του έδιναν τη συγκεκριμένη αποστολή. Επίσης, τονίζει ότι στο δρόμο (ἐν τῇ ὁδῷ) ήταν μόνος του, άρα είχε την επιλογή να αφήσει τον Πολέμαρχο να φύγει χωρίς να τον δει κανείς.
Γλωσσάρι
- Ἄπορον: Αδύνατο, δύσκολο (εδώ: δυσκολία στο να βρεις από πού να ξεκινήσεις).
- Ἀπειπεῖν: Να κουραστεί, να εξαντληθεί (ο κατήγορος).
- Φεύγοντας: Τους κατηγορουμένους (αυτούς που «φεύγουν» τη δίκη, δηλαδή τους διωκόμενους).
- Μέτοικος: Ξένος που κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα, πλήρωνε φόρους αλλά δεν είχε πολιτικά δικαιώματα.
- Συκοφάνται: Αυτοί που κατήγγειλαν ψευδώς άλλους για να κερδίσουν χρήματα ή επιρροή.
- Χρηματίζεσθαι: Να βγάλουν κέρδος, να πλουτίσουν παράνομα.
- Ἑστιῶντα: Αυτόν που παραθέτει γεύμα, που φιλοξενεί.
- Τάλαντον: Νομισματική μονάδα (πολύ μεγάλη αξία, περίπου 26 κιλά ασήμι).
- Κυζικηνοί / Δαρεικοί: Χρυσά νομίσματα από την Κύζικο και την Περσία αντίστοιχα.
- Ἐφόδια: Τα απαραίτητα χρήματα/εφόδια για ένα ταξίδι ή φυγή.
- Ἀμφίθυρος: Σπίτι με δύο εισόδους (μπροστινή και πίσω πόρτα), κάτι που επέτρεψε στον Λυσία να δραπετεύσει.
- Ναύκληρος: Ιδιοκτήτης πλοίου ή καπετάνιος.
- Μέγαράδε: Προς τα Μέγαρα (η κατάληξη -δε δείχνει κατεύθυνση).
- Κώνειον: Το δηλητήριο με το οποίο εκτελούσαν τους καταδικασμένους στην Αθήνα (όπως τον Σωκράτη).
- Κλεισίον: Μια αποθήκη, ένα παράπηγμα (εξευτελιστικό για την κηδεία ενός πλουσίου).
- Ἑλικτῆρας: Σκουλαρίκια σε σχήμα έλικας (σπιράλ).
- Χορηγίας: Η πληρωμή των εξόδων για το ανέβασμα ενός θεατρικού έργου (σημαντική κοινωνική προσφορά).
- Εἰσφορὰς: Έκτακτοι πολεμικοί φόροι.
- Λυσαμένους: Αυτούς που εξαγόρασαν αιχμαλώτους για να τους ελευθερώσουν.
- Ἀναβιβασάμενος: Ανεβάζοντας κάποιον στο βήμα του δικαστηρίου.
- Σχετλιώτατε: Αθλιέστατε, αδιάντροπε, σκληρέ.
- Ἀντέλεγες: Πρόβαλλες αντιρρήσεις.
- Πίστιν: Απόδειξη αφοσίωσης, εγγύηση.
- Βάσανον: Έλεγχος, δοκιμασία (συχνά σήμαινε και βασανισμό δούλων για μαρτυρία).
- Ψῆφον: Την ψήφο των δικαστών, την απόφαση.
Ανάλυση Ρητορικής Στρατηγικής: Πώς ο Λυσίας Παγιδεύει τον Ερατοσθένη
Ο Λυσίας θεωρείται ο κορυφαίος της «ηθοποιίας» (της ικανότητας να πλάθει τον χαρακτήρα του ομιλητή ώστε να φαίνεται αξιόπιστος). Στον λόγο του «Κατά Ερατοσθένους», χρησιμοποιεί μερικά πανέξυπνα τεχνάσματα που κάνουν το κείμενο να «ζωντανεύει» και να πείθει ακόμα και σήμερα.
1. Ηθοποιία: Ο «Ήσυχος» Πολίτης vs Ο «Άπληστος» Τύραννος
Ο Λυσίας δεν παρουσιάζει τον εαυτό του ως δεινό ρήτορα (γιατί οι δικαστές υποψιάζονταν τους πολύ καλούς ομιλητές). Αντίθετα:
- Αυτοπαρουσίαση: Λέει ότι για 30 χρόνια δεν είχε καμία σχέση με τα δικαστήρια. Παρουσιάζεται ως ένας νομοταγής μέτοικος που αναγκάζεται να μιλήσει μόνο από πόνο για τον αδερφό του.
- Αντίθεση (Contrast): Ενώ η οικογένειά του προσέφερε χρήματα στην πόλη (χορηγίες), οι Τριάκοντα έκλεβαν την πόλη. Έτσι, ο «ξένος» (μέτοικος) φαίνεται πιο πατριώτης από τον «πολίτη» (τύραννο).
2. Ενάργεια: Η δύναμη της λεπτομέρειας
Ο Λυσίας δεν λέει απλώς «μας έκλεψαν». Περιγράφει σκηνές με τέτοια ακρίβεια που ο δικαστής νιώθει ότι είναι παρών.
- Το παράδειγμα με τα σκουλαρίκια: Η αναφορά στον Μηλόβιο που βγάζει τους «χρυσούς ελικτήρες» από τα αυτιά μιας γυναίκας που πενθεί, είναι ένα συναισθηματικό «χτύπημα» (Pathos).
- Σκοπός: Να προκαλέσει οργή και αηδία. Δεν είναι πια μια πολιτική δίκη, είναι μια δίκη για την παραβίαση της ιερότητας του σπιτιού και της γυναίκας.
3. Το Ρητορικό Τρίγωνο και η Λογική Παγίδα
Ο Λυσίας συνδυάζει το συναίσθημα με τη σιδερένια λογική, χρησιμοποιώντας αυτό που ονομάζουμε ρητορικό τρίγωνο:
- Ήθος (Ethos): Η ακεραιότητα του Λυσία.
- Πάθος (Pathos): Η τραγωδία της οικογένειας.
- Λόγος (Logos): Η ανάκριση του Ερατοσθένη.
Η «Λογική Παγίδα» (Δίλημμα): Στην ανάκριση, ο Λυσίας εγκλωβίζει τον Ερατοσθένη σε ένα αδιέξοδο:
- Αν ο Ερατοσθένης λέει την αλήθεια (ότι διαφώνησε με τον φόνο), τότε είναι δειλός και ένοχος, γιατί ενώ ήξερε ότι είναι άδικο, πήγε και τον συνέλαβε.
- Αν λέει ψέματα, είναι απλώς ένας στυγνός δολοφόνος. Σε κάθε περίπτωση, ο Ερατοσθένης χάνει.
4. Η χρήση του «Καιρού» (Η κατάλληλη στιγμή)
Ο Λυσίας εκμεταλλεύεται το πολιτικό κλίμα της εποχής (το μίσος για τους Τριάκοντα μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας).
- Τέχνασμα: Ταυτίζει το προσωπικό του δράμα με το δράμα όλης της Αθήνας. Λέει ουσιαστικά: «Αν αθωώσετε αυτόν που σκότωσε τον αδερφό μου, αθωώνετε αυτόν που κατέστρεψε την πόλη σας».
Μικρή Σημείωση για το Ύφος
Το ύφος του ονομάζεται «λιτό». Δεν χρησιμοποιεί περίπλοκες λέξεις. Χρησιμοποιεί σύντομες προτάσεις που θυμίζουν καθημερινό λόγο, ώστε να φαίνεται ειλικρινής και όχι «στημένος».
